Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2012

Σαμοθράκης απελευθέρωση: Γη προγονική.

Σαμοθράκης απελευθέρωση: Γη προγονική.
Αφιερωμένο στη μνήμη των προγόνων μου…

Απευθύνω κατ΄ αρχήν χαιρετισμό τιμής και εκτίμησης προς όλους τους απανταχού Σαμοθράκες….

«Είμαι Σαμόθραξ στην καταγωγήν, αλλά εγγενήθην στην Αλεξανδρούπολη - σε μία κλινική της οδού Μαζαράκη. Μικρός πολύ έφυγα, και την παιδική μου ηλικία την πέρασα εις την Δυτικήν Γερμανίαν…». Με αυτά τα λόγια, με ύφος Καβάφειο, ξεκινώ την
αναφορά μου περί εμού στον κόσμο του Διαδικτύου.

Γενέθλια γη είναι ο τόπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε κάποιος. Σε μένα όμως η γενέθλια γη δεν συμπίπτει με αυτήν των προγόνων μου, καθώς άγια μήτρα της γέννησης αυτών, είναι τα πατρικά χώματα της Σαμοθράκης. Σ’ αυτό το μέρος του Θρακικού πελάγους που κείται το νησί, «…όλοι οι άνεμοι μαζώνονται και σαρώνουν τη θάλασσα και το αέρα.», καθώς λέγει ο Ίωνας Δραγούμης. Νησί φτιαγμένο από θεούς, λες και είναι βράχος ζωντανός, που η θάλασσα το ζώνει.

Είναι δύσκολη η επιστροφή στα πατρικά χώματα. Δύσκολη, καθώς πολλές φορές πράγματα που ηθελημένα αφήναμε τόσο καιρό να τελματώνουν, ξεπηδούν μέσα από την λήθη στη συνείδησή μας. Γίνεται αυτό, ακόμα δυσκολότερο, αν η πατρική σου γη είναι «διαφορετική» και «δύσκολη». Γιατί τα βουνά της, αλλά και οι ψυχές των ανθρώπων της πλάστηκαν από βράχο, την αρμύρα της θάλασσας και αίμα. Έτσι καμιά φορά, ακόμα και οι παιδικές θύμησες που ξεπετιούνται προκαλούν πόνο.

Η πρώτη θύμηση της ζωής μου είναι αυτή που θα εξιστορήσω παρακάτω.

Στα μέσα του ’60, μια συννεφιασμένη φθινοπωρινή μέρα του Σεπτέμβρη, και ‘γω να, μόνος στέκομαι μπροστά στις αποθήκες του τελωνείου Αλεξανδρούπολης. Κόσμος πολύς σαν πολύβουο μελίσσι πηγαινοερχόταν, και οι εργάτες βιαζόταν να φορτώσουν τα καΐκια που ήταν δεμένα στο μώλο. Περίμενα τη γιαγιά μου, που είχε πάει να αγοράσει κάποια πράγματα για το ταξίδι. Ταξίδι θαλασσινό για την Σαμοθράκη, για να προλάβουμε το ξόδι του προπάππου μου στην Παλαιόπολη. Άρχισα να ανησυχώ, αλλά ναύτες του «Τρείς φίλοι» με καθησύχασαν ότι η γιαγιά μου θα επιστρέψει και δεν πρόκειται να φύγουμε χωρίς αυτήν. Ησύχασα μόνο όταν την είδα να κατεβαίνει φορτωμένη την κατηφόρα προς το λιμάνι, και αγέρωχα με βήμα γοργό να πλησιάζει το καΐκι. Άνθρωποι πολλοί που ξεπροβόδιζαν συγγενείς ευχήθηκαν καλό κατευόδιο˙ με τη γιαγιά μου επιβιβαστήκαμε στο καραβόσκαρο «Τρείς φίλοι», ένα θαυμάσιο σκαρί θασίτικο, στο οποίο δούλευε και ο πατέρας μου, μέχρι που έφυγε για την Γερμανία. Ο καιρός βαρύς και μουντός, και ο αέρας συνεχώς να δυναμώνει. Μικρός, καθώς ήμουν δεν αισθανόμουν κανένα κίνδυνο, αντίθετα˙ διασκέδαζα με τα σκαμπανεβάσματα του καϊκιού. Προτιμούσα να κάθομαι στην πλώρη, για να βλέπω την καρίνα να σχίζει το νερό. Ο καιρός χειροτέρευε και ο καπετάνιος είπε ότι θα ‘ταν δύσκολο να πλησιάσουμε την Παλαιόπολη με τέτοιο αέρα. Τελικά ταξιδεύουμε με τρικυμία προς Παλαιόπολη, λυσσομανά ο βοριάς και ο κορφές των κυμάτων αρχίζουν ν’ αφρίζουν. Εγώ ακόμα στο κατάστρωμα, παρά τις αντιρρήσεις της γιαγιάς μου χωρίς να νοιώθω φόβο περιμένοντας μόνο να δω το νησί.

Ξάφνου ξεπρόβαλε μπροστά μου μες την καταχνιά ο όγκος του νησιού, στεφανωμένος από μαύρα σύννεφα, και λίγο αργότερα φάνηκαν και οι πύργοι των Γατελούτσι στο ύψος της Παλαιόπολης. Παρά τις προσπάθειες του καπετάνιου το καραβόσκαρο δεν κατάφερε να πλησιάσει τον μώλο και αναγκάστηκε να αλλάξει ρότα για τα Θέρμα, που είναι πιο σίγουρο αραξοβόλι όταν φυσά ο γρέγος. Λίγη ώρα αργότερα δέσαμε στο μώλο, και είδα εκεί ψηλά πλατάνια θεόρατα, και μικρά καλυβόσπιτα, και στο γιαλό όπου μας περίμεναν συγγενείς με μουλάρια αναδυόταν ένα μικρό καφενεδάκι. Αφού καβαλικέψαμε τα μουλάρια πήραμε δρόμο από την ακροθαλασσιά και πηγαίναμε γιαλό - γιαλό στο μονοπάτι για Παλαιόπολη. Το νοτισμένο χώμα από την νυχτερινή βροχή ευωδίαζε και ενώνονταν με την μοσχοβολιά που ανέδυαν οι λυγαριές, οι κουμαριές και οι σκλήθρες. Μετά δεν θυμούμαι τίποτα άλλο από το ξόδι.

Μάλλον, θυμούμαι κάποιες μέρες μετά, έναν άνδρα με μουστάκι να προπορεύεται και ‘γω από πίσω του μαζί με τον ξάδερφό μου να τρέχω μ’ ένα «χαρανί» στο χέρι ανάμεσα στους θάμνους. Ήταν ο νονός μου που μου μάθαινε να μαζεύω σαλιάκ’, και μάλιστα τους «χωματάδες».

Ξάφνου, πάλι μυρουδιές μεθυστικές από πουρνάρια και σαπισμένα φύλλα. Άνοιξε το είναι μου, και ολάκερο το τοπίο χύθηκε μέσα μου. Κ’ ύστερα θυμάμαι γυναίκες μαυροφορεμένες να μαγειρεύουν στο ανώγι του σπιτιού του προπάππου μου, το «λαηνοστάτη», το τοξωτό το τζάκι, και ‘γω να κάθομαι μαζί με τους πρεσβύτερους, σταυροπόδι μπροστά στο «σοφρά». Ήμουν χαρούμενος και συνάμα υπερήφανος, γιατί με δέχθηκαν οι άνδρες μαζί τους σ’ αυτόν το κύκλο ζωής.

Μετά θυμάμαι να αρχίζουν οι πρεσβύτεροι τις διηγήσεις, διηγήσεις που ζωντάνεψαν μπροστά στα μάτια μου την ιστορία της προγονικής γης.

Θαρρώ ήταν ο νονός μου που ξεκίνησε την συζήτηση γύρω για τις ανασκαφές που διεξάγονταν την εποχή εκείνη, από κάποιον αμερικάνο Λέμαν. Ο ίδιος δούλευε τότε στην εξοχική κατοικία που έχτιζε ο αρχαιολόγος και έτσι, όπως έλεγε και καμάρωνε, ήξερε από πρώτο χέρι την ιστορία του τόπου, που οι άλλοι συντοπίτες του ελάχιστα ή καθόλου δεν κατανοούσαν. Γι’ αυτούς ο αρχαιολογικός χώρος με τα χαλάσματα ναών, τα τείχη, τα κομμάτια πέτρες και τα μάρμαρα με γράμματα και δίχως γράμματα, δεν ήταν παρά πέτρες και ερείπια που τα κάλυπταν αγριελιές, πουρνάρια και χόρτα, χωρίς καμία συναισθηματική ή άλλη αξία.

Ο νονός μου, ενώ αρχίζει να εξιστορεί, εγώ αρχίζω να βλέπω εκεί πάνω στα ερείπια την ιστορία των ανθρώπων που ήρθαν σ’ αυτό το νησί για να σωθούν από τον μεγάλο κατακλυσμό. Την εποχή των Μεγάλων θεών και των μυστηρίων που φανέρωσαν στους πρώτους κατοίκους μια χθόνια θρησκεία, και οι οποίοι τελικά υιοθετούν, τα Καβείρια μυστήρια. Μίλησε για τους ήρωες που πέρασαν από το νησί για να μυηθούν στα μυστήρια, ο Ορφεύς, ο Ηρακλής, ο Οδυσσεύς και Αγαμέμνων, ο Ιάσονας, ο Φίλιππος ο Β’ και η Ολυμπιάς. Στη Σαμοθράκη, μας είπε, οι μεγάλοι θεοί και ο Αίολος τους αγέρηδες ορίζουν, και πως ο Ποσειδώνας μια μέρα στου Σάος την κορυφή ανέβηκε, σαν από την θάλασσα χολιασμένος βγήκε, τον πόλεμο να δει αναμεταξύ Τρώων και Αχαιών.

Αυτά έλεγε και άλλα πολλά με περηφάνια, πως οι κάτοικοι της Παλαιόπολης ήταν Πελασγοί και του Δία απόγονοι και πως από αυτούς οι Έλληνες για τα μυστήρια ‘μαθαν και αργότερα ήρθαν και κατοίκησαν στη Σαμοθράκη. Ήρθε και ο Ηρόδοτος και μυήθηκε χωρίς τίποτα να φανερώσει. Μετά με νόημα, και μ’ ένα χαμόγελο, μας είπε πως τον καιρό του Φίλιππου βασιλιά της Μακεδονίας, αυτός την Ολυμπιάδα στη Σαμοθράκη γνώρισε και ερωτεύτηκε. Είχαν βρεθεί και οι δύο τους στα μυστήρια και ότι από τον έρωτα τους γεννήθηκε άνθρωπος τρανός στην οικουμένη, ο Μέγας Αλέξανδρος.

Δεν γνωρίζω, γιατί οι άνδρες στο σοφρά γέλασαν, μα η νονά φαίνεται ότι κατάλαβε ότι θα άρχιζαν τα χωρατά, τον λόγο τότε παίρνει για να συνεχίσει ως μια άλλη Άτροπος τον μύθο και ιστορία συνάμα. Μίλησε για την μαρμάρινη Νίκη την πάγκαλη, και έξοχη Νίκη, που κάποιος νικηφόρος Έλληνας βασιλιάς την είχε στήσει εκεί κοντά στην ακροθαλασσιά. Την φτερωτή την Νίκη είπε, λένε πως την βρήκε κάποιος Γάλλος -έτσι ακέφαλη- και χωρίς χέρια. Μα εκείνη είχε ακούσει από τον πατέρα της πως εργάτης Σαμόθρακας εκεί που έσκαβε κόρη ωραία βρήκε και πως τον Γάλλο φώναξε, «Κύριε, εύραμεν μια γυναίκα!». Έτσι το φτερωτό κορτσούδ’ ξένοι άρπαξαν σε μέρη μακρινά.

Με όλα αυτά που άκουγα στη παιδική μου φαντασία άνοιγε το μυαλό μου και γέμιζε με τοπία και μέρη μυστηριακά. Λαμπροί ναοί να λάμπουν ανάμεσα στους βράχους, ιέρειες και προσκυνητές να περιδιαβαίνουν, ήρωες να ανταμώνουν με θνητούς και θεούς. Τότε θυμήθηκα τους δύο πύργους που είχα δει σαν ερχόμασταν από τα Θέρμα και ρώτησα τον παππού μου ποιος βασιλιάς τα παλιά τα χρόνια εκεί κατοικούσε.

Εκείνος τότε την ιστορία συνέχισε. Μας είπε, πως στο μέρος εκείνο (του Σκρα θαρρώ το είπε…), πριν οι πύργοι κτισθούν, ο Απόστολος Παύλος πάτησε το πόδι του στο νησί, εκεί στο αρχαίο λιμάνι. Ως ενήλιξ αναζητώντας βιβλιογραφία για αυτή την πληροφορία απομόνωσα λόγια του Ν. Φαρδύ που μεστά αποδίδουν την εποχή εκείνη, «…Κυρίως ειπείν, δεν δυνάμεθα να προσδιωρίσωμεν πότε εισήχθη ο Χριστιανισμός εις την Σαμοθράκην το βέβαιον όμως είναι ότι η λάμψις της Χριστιανιστικής διδασκαλίας επεσκίασε την λατρείαν των Μεγάλων θεών αυτής και ολίγον κατ’ ολίγον εγένετο πρόξενος της παντελούς καταπτώσεως και εξαφανίσεως της δόξης και του μεγαλείου αυτής…».

Δεν θυμούμαι τις ενδιάμεσες αναφορές, παρά μονάχα θυμάμαι την αναφορά του στο Βυζάντιο να συμπυκνώνεται στην ιστορία του πύργου του Φονιά. Μια τόσο ένδοξη και λαμπρή εποχή φωτίζεται στη Σαμοθράκη από μια ιστορία αγάπης, και στέκει ο πύργος του Φονιά, ακοίμητος φρουρός, μιας εποχής γεμάτη ιπποσύνη. Βαρύθυμη διάθεση διακρίνω στο παππού -λες και αυτό το νησί δεν έχει άλλες ιπποτικές γενναίες ιστορίες- να εξιστορήσει. Θυμάται όμως τη φρίκη του χαλασμού που η μοίρα τους έταξε. Τον ακούω να ψελλίζει:
«Σήμερα είναι Τρίτη και πρωτοσταυρινιά
Όπου μας εχάλασαν οι Τούρκοι, τα σκυλιά
Που παίρναν τα κεφάλια κι αφήναν τα κορμιά
Γεμίσαν τα σοκάκια και όλα τα στενά.»
-Και δεν σώνει μον’ αυτό. Τα αγαρηνά σκυλιά λυσσούν, μανιάζ’, και μπαμπάμ τρυπούν το Ευαγγέλιο μες την εκκλησιά. Αυτοί Θιγό δε φοβούνται.
Σπίτια, εκκλησίες, εικόνες, κάηκαν και ποδοπατήθηκαν. ...Εφτακόσιοι πέρασαν κάτω απ’ τις άγριες μαχαίρες τους. Κι ήταν όλοι διαλεγμένοι οικογενειάρχες. Άλλους τόσους τους στέλνουν σε σκλαβοπάζαρα. Όλους αυτούς τους μάζεψε με δόλο ένας εξωμότης, ο Κυριάκος ο "Τσαούσης" θαρρώ, κάτω απ’ τον Πύργο, κι εκεί τους ΄σφάξαν. Κεφάλια και κορμιά έπεφταν σε μια ρεματιά, και τ’ όνομά της, Φκας

Μα και μετά τον χαλασμό την «πρωτοσταυρινιά» (1η του μηνός Σεπτέμβρη του 1821), συνέχισε ο παππούς μου, πάλι δεν είχαν ησυχία από τους κουρσάρους. Τέτοιο τρόμο προκάλεσε η σφαγή, που για χρόνια οι Σαμοθρακίτες, μόλις έβλεπαν ξένο, και προ πάντων, Τούρκο, αμέσως έφευγαν στα βουνά. Έτσι για χρόνια τα χωράφια άφησαν ακαλλιέργητα, και αυτό έφερε μεγάλη φτώχια στο νησί.

Μίλησε μετά για την αθλιότητα των Σαμοθρακιτών στα χρόνια που ακολούθησαν. Ξυπόλυτοι, γυμνοί, κουρελήδες, κι’ ατροφικοί. Το κρέας δεν το δοκίμαζαν παρά μόνο δύο φορές το χρόνο. Το κουμμύδ’, η φασούλα και η ελιά ήταν το μόνιμο φαγητό τους, χρόνο καιρό πεινούσαν. Τον καρπό, που έφτυναν αίμα για να τον μαζέψουν, τους τον έπαιρναν οι έμποροι και οι άλλοι εκμεταλλευτές τους. Σχολεία δεν υπήρχαν, γράμματα δεν μάθαιναν, ζούσαν σε τρώγλες και έκλαιγαν τη μοίρα τους... Όλα τους ήταν μαύρα και σκοτεινά, γι΄ αυτό άμα άνοιξε της Αμερικής ο δρόμος, πολύς κόσμος έφυγε.

Τότε άκουσα την γιαγιά μου να μοιρολογεί…
«Ο ξένος μες την ξενιτειά πρέπει να βάζει μαύρα,για να ταιριάζει η φορεσιά με της καρδιάς τη λάβρα…»
και άρχισε να μιλά για τον μακαρίτη τον άνδρα της. Τον παππού που ποτέ δεν γνώρισα. Ήταν το ’10, είκοσι χρονών σα μπάρκαρε από την Πάτρα για την Αμερική. Το πλοίο αργό, δύο ώρες με τα πόδια, μια με το πλοίο «Αλίκη». Έγερνε και στα πλάγια. Η ψυχή του κόσμου ήταν βυθισμένη στο φόβο. Για φαγητό έσφαζαν και τους έδιναν κάτι παλιάλογα. Καμιά εβδομάδα τη βγάλανε μ΄ αυτά που ‘χαν ψωνίσει στην Πάτρα, αλλά σωθήκανε. Μέχρι που τους έδιναν κάτι ρέγκες με σκουλήκια, χαλασμένες και τις πετάγανε. Ζούσαν μέσα σ΄ αυτή τη φρίκη, από κάτω θάλασσα και από πάνω ουρανός. Και μετά άρχισε να τους τρώει η ψείρα. Ένα μήνα βάσταξαν τα βάσανά τους μέχρι που ‘φθασαν στη χώρα τη μακρινή. Δούλεψε για χρόνια στο Ντάνμπουρυ ή κάπως έτσι λέγαν το μέρος, σε βυρσοδεψία, γι’ αυτό και χάλασε η υγεία του. Χρόνια έμεινε για να μαζέψει λεφτά για να γυρίσει στο νησί για μια καλύτερη προκοπή. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν απ’ τα μάτια της και είπε:
-Τη προυκοπή τη γίδαμ’…
Δεν κατάλαβα τότε τι εννοούσε μα σαν πέρασαν τα χρόνια θυμήθηκα εκείνη την κουβέντα.

Ο παππούς μου ζάρωσε τα φρύδια του.

-Άστα έφτα τώρα… ο Θιγός να του σγχωρέσει!
Έσκυψε, ήπιε μια γουλιά ούζο, πήρε λίγο μεζέ, και άναψε ένα τσιγάρο. Και τότε άρχισε να μας εξιστορεί γεγονότα που ο ίδιος είχε ζήσει, μα σπάνια εξομολογούνταν. Ήταν το φθινόπωρο του ‘12 που έφερε στη Σαμοθράκη την άνοιξη. Έβλεπαν οι χριστιανοί ότι η μεγάλη στιγμή για την απελευθέρωση πλησιάζει. Πίστευαν στον καινούργιο κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Λευτεράκη, τον άνθρωπο που ήταν γιομάτος φως κι αξιοσύνη, ότι θα έκανε πραγματικότητα τον πόθο των Σαμοθρακιτών για τη λύτρωσή τους από τη βάρβαρη τουρκική κατοχή. Όλο το νησί βρισκόταν σε έξαρση για τη μεγάλη ώρα που πλησίαζε. Ήταν μαζεμένοι στο καφενείο του Μύταρου πολλοί άνδρες, νέοι και πρεσβύτεροι, και μιλούσαν για τα γεγονότα του πολέμου. Ο ελληνικός στόλος με το «Γ. Αβέρωφ» επικεφαλής βγήκε στο Αιγαίο , έκλεισε τους Τούρκους στα Στενά, και απελευθέρωσε τον Αη-Στράτη και τη Λήμνο. Ξάφνου από το βάθος κάποιος πετάγεται και λέει:
-Μη χαίρεστε γιατί η Τουρκιά είναι μεγάλη και δε χάνεται!...
Στο καφενείο έπεσε βουβαμάρα. Λούφαξαν ξανά οι σκλάβοι, αφού αυτή η κουβέντα στο μυαλό τους έφερε, την φρίκη και τον θάνατο, τη μέρα πένθους του χαλασμού. Μονάχα ένας νέος κεχαγιάς δεν άντεξε και απάντησε:
-Τι είναι αυτά που λες μωρέ, τούτα γούλα γίνε προυγουνικά!

Δεκαεννιά Οκτωβρίου το πρωί τα ελληνικά βαπόρια ήρθανε στη Σαμοθράκη. Μπροστά πάγενε ο «Αβέρωφ» με ναύαρχο τον Παύλο Κουντουριώτη, ξοπίσω τα «Ψαρά» και τα «Θεριά». Τα ελληνικά βαπόρια στη Καμαριώτισσα αράξανε και αποβίβασαν άγημα, ύψωσαν την γαλανόλευκη στο λιμάνι και πάνω στο κάστρο στη Χώρα. 450 χρόνια μετά, το νησί που είδε και έζησε την ιστορία του γένους, ήταν ξανά ελληνικό. Εδώ ο παππούς κόμπιασε απ’ τη συγκίνηση, και συνέχισε την διήγηση του για άλλες πράξεις ηρωικές, αλλά που δεν είναι της στιγμής.

Τέτοια ήταν η πρώτη μου επαφή με την γη των προγόνων μου. Έκλεισε ο κύκλος.

Λίγους μήνες αργότερα μετανάστευσα και ΄γω στη Γερμανία όπου βρέθηκα με τους γονείς μου. Για χρόνια επισκεπτόμουν τα πατρικά χώματα ως περιηγητής. Αργότερα, σα μεγάλωσα λίγο και επέστρεψα για σπουδές στη γενέθλια γη, κατάλαβα· ότι η επιστροφή στα πατρικά χώματα ταράζει την ψυχή σου, αφού την ζεστασιά βρίσκεις και γαλήνη, καθώς γυρνάς μεσ’ τη μητρική αγκάλη. Όλα αυτά τα χρόνια άκουγα ιστορίες ανθρώπων, που είναι ριζωμένες με την ιστορία του τόπου. Οι ιστορίες κάθε φορά με ταξίδευαν νοερά σε μέρη και τόπους που τους σφράγισε η παρουσία των προγόνων μου. Βρέθηκα από τα ορύγματα του Σκρα το ’18 στις στέπες της Ουκρανίας του ‘19. Από την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, στη προέλαση προς την Άγκυρα. Από την τιτανομαχία που διεξήχθη στο μνημείο των βράχων του Κάλε Γκρότο στην υποχώρηση και την καταστροφή του ’22. Είδα την εποποιία του ’40 και την βάρβαρη κατοχή των Βουλγάρων, την ορφάνια και την πείνα. Είδα δυστυχώς να ξεσπά ο αδερφοφάς πόλεμος μετά την απελευθέρωση, αλλά και την δεύτερη μετανάστευση του ’60 και ’70.

Πέρασαν χρόνια…
Σήμερα, έχουμε 100 χρόνια Σαμοθράκη ελευθέρα. Στέκομαι σ’ ένα κομμάτι γης καταμεσής στο πέλαγος, που κάθε σημείο της είναι μνήμα βαθύ. Έχει όνομα η κάθε σπιθαμή γης, - τη λένε Φκας, Βρυχός, Βίγλα, Παλιόπολη, Φονιάς, Κρημνιώτισσα – και συνδέεται με μια ανάμνηση, δόξας, ντροπής ή και καθημερινότητας. Και όλα αυτά μαζί κάνουν την ιστορία του τόπου σου, και συ προσκυνητής δεν μπορείς να ξεφύγεις από την φωνή που υψώνεται μέσα απ’ το χώμα και σου θυμίζουν το χρέος σου. Το χρέος που παραστατικά ο Καζαντζάκης στην Ασκητική του μας θυμίζει. Θα ήθελα παρόλα αυτά να καταλήξω με λόγια του Σεφέρη:
«Μέσα μας ζουν όλες οι ψυχές των προγόνων μας.
Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.»
Σας ευχαριστώ.
Θεόδωρος Σ. Αγγελώνιας
Χώρα Σαμοθράκης, 25 Αυγούστου 2012
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου