Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Το πάρσιμο της Πόλης - Μέρος Β'

Το πάρσιμο της Πόλης
Ο σουλτάνος, σαν γυρίσανε οι απεσταλμένοι του και του πήγανε την απόκριση του Παλαιολόγου, πώς δεν παραδίνει την Πόλη, αποφάσισε με κάθε τρόπο να την πατήση.
Στις 24 Μαγιού πρόσταξε τους τελάληδες και διαλαλήσανε στο στρατόπεδο πώς στις 29 θα γινότανε το μεγάλο γιουρούσι από στεριά κι' από θάλασσα.
Στις 26 και στις 27 τη νύχτα, οι Τούρκοι ανάψανε τόσες
φωτιές και τόσα φανάρια, και τέτοιες αγριοφωνές και βουητό έβγαιναν απ' το στρατόπεδο τους, πού οι χριστιανοί νομίσανε πως φτάξανε πια τα συντέλεια τους.

Τη Δευτέρα, στις 28 Μαγιού, ο σουλτάνος είπε και διαλαλήσανε να τοιμασθούνε οι στρατιώτες για τον μεγάλο πόλεμο, να λουστούνε εφτά φορές και να νηστέψουνε. Τους έβγαλε κ' έναν λόγο και τους είπε πώς σαν πάρουνε την Πόλη θα τους την αφήση τρεις μέρες και τρεις νύχτες, και πώς θε νάνε δικά τους ότι βρούνε μέσα, χρυσάφι, ασήμι, φορέματα, άντρες, παιδιά και γυναίκες και πώς όσοι είνε για να σκοτωθούνε, καθώς γίνεται πάντα στον πόλεμο, αυτοί δε μπορούνε να ξεφύγουνε, γιατί είνε γραμμένο από πριν απάνω στο κούτελο τους, όπως λέγει ο Προφήτης και πώς θα πάνε στον Παράδεισο να τρώνε και να πίνουνε παντοτεινά μαζί με τον Προφήτη, και να κοιμούνται με τις πειό όμορφες γυναίκες. Οι Τούρκοι ενθουσιαστήκανε από τα λόγια του και βάλανε κάτι φωνές, πού πολλές γυναίκες αποβάλανε.
Απ' το πρωί είχανε στο στρατόπεδο τους μεγάλο σύρε-φέρε. Οι ντελάληδες τριγυρίζανε με τούμπανα και με ζουρνάδες και λέγανε: «Γεια σας, παιδιά τού Προφήτη, αύριο θα πιάσουμε τόσους χριστιανούς, πού θα πουλάμε δυό για έναν παρά και θα κάνουμε τα γένια τους σκοινιά για να δέσουμε τους σκύλους μας. Τις γυναίκες τους και τις κόρες τους θα τις ατιμάσουμε!». Όλη κείνη την ήμερα τα κανόνια δουλέψανε ακατάπαυτα, μα οι χριστιανοί καταφέρνανε και βουλώνανε τα γκρεμισμένα τειχιά με πέτρες και με χώμα ή τα χτίζανε κιόλας. Προς το βράδυ οι Τούρκοι μεθύσανε και κάνανε σαν τρελλοί. Ανάψανε μεγάλες φωτιές στη στεριά κι' αμέτρητα φανάρια στα καράβια, κ' ή αναλαμπή έπεφτε ίσαμε πέρα απάνω στη στεριά της Ανατολής. Ζουρνάδες και τουμπελέκια χαλούσανε τον κόσμο, ντερβίσηδες χορεύανε, πώλεγες πώς άνοιξε η γη και βγήκανε οι δαιμόνοι.

Οι Χριστιανοί είχανε πέσει στην προσευχή. Μέρα νύχτα οι εκκλησιές ήτανε γεμάτες κόσμο, το πειό πολύ γυναίκες, κοπέλλες και γρηές αλαλιασμένες, πού λέγανε πώς ήτανε διάβολοι μεταμορφωμένοι οι άγριοι αυτοί άνθρωποι πού διψούσανε το αίμα τους. Ο κόσμος πίστευε πειά πώς έφταξε ή μέρα πού θα κουρσεύανε οι Τούρκοι την Πόλη, και να γίνουνε όσα προφήτεψε ο Άγιος Κωνσταντίνος, πού τον βλέπανε στ' άγαλμα καβαλλάρη κοντά στην Άγια-Σοφιά κ' έδειχνε με το χέρι κατά την Ανατολή, σημείο πώς από κει θάρθη ο Τούρκος πού θα πάρη την Πόλη. Κι' άλλη προφητεία έλεγε πώς, σαν βασιλέψη ένας βασιλιάς, πού θα λένε Ελένη τη μητέρα του, στις μέρες του θα σκλαβωθή ή Πόλη. Κι άλλη τρίτη προφητεία πώλεγε, πώς άμα δείξη σημείο το φεγγάρι στον ουρανό, σε λίγες μέρες η Πόλη θα χαλαστή. Λοιπόν και τα τρία αυτά σημάδια είχανε ξεδιαλυθή. Γιατί και το βασιλέα τον λέγανε Κωνσταντίνο κ' είχε μητέρα Ελένη, μα και το φεγγάρι είχε δείξει σημείο. Στις 22 Μαγιού, την πρώτη ώρα της νύχτας, το φεγγάρι, αντί να βγη στρογγυλό, βγήκε σαν δρεπάνι και στάθηκε έτσι ίσαμε τρεις ώρες μέσα στον ουρανό, πού ήτανε καθαρός σαν κρούσταλλο. Ύστερα λίγο λίγο γιόμισε ο γύρος του και στις έξη ώρες της νύχτας είχε γίνει ολοστρόγγυλο. Αυτό το σημείο ειδοποίησε τον Παλαιολόγο, πώς ήγγικε το τέλος της βασιλείας του. Οι Χριστιανοί, σαν τώδανε, κόπηκε το αίμα τους.
Ο βασιλιάς πρόσταξε να κάνουνε λιτανεία και βγάλανε τις εικόνες και μπροστά πηγαίνανε οι δεσποτάδες, οι παπάδες κ'οι καλόγεροι κι' από πίσω όσος κόσμος δεν ήτανε στις πόστες, κι' όλοι λέγανε «Κύριε ελέησαν!»

Τη Δευτέρα το βράδυ συναχτήκανε οι πολέμαρχοι, οι στρατιώτες κι' όλος ο λαός και τους μίλησε ο βασιλιάς να μη χάσουνε την ελπίδα τους στο Θεό και στην Παναγιά. Τα λόγια του μάς τα κράτησε ο φίλος του ο Φραντζής, κ' είνε σαν συναξάρι: «Υμείς, ευγενέστατοι άρχοντες κ' εκλαμπρότατοι Δήμαρχοι και γενναιότατοι συστρατιώται και πάς ο πιστός και τίμιος λαός. Ειξεύρετε, ότι έφθασεν ή ώρα και ο εχθρός της πίστεως ημών θέλει στενοχωρήσει ημάς μετά πάσης τέχνης και μηχανής, όπως, ει δυνατόν, ώς όφις, εκχύση το φαρμάκιον και ως λέων ανήμερος καταπίη ημάς. Διά τούτο σας παρακαλώ, στήτε ανδρείως. Ιδού, σας παραδίδω την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην Πόλιν, την πατρίδα ημών και βασιλεύουσαν των πόλεων! Αυτός ο αλιτήριος Αμηράς πεντήκοντα και επτά ημέρας άγει σήμερον αφού, ελθών, μάς ηπείλησε. Τώρα δε, αδελφοί, μη δειλιάσετε. Ημείς γάρ πάσαν ελπίδα εις την άμαχον δόξαν ανεθέμεθα, εκείνοι δε εις τα όπλα. Διό, συστρατιώται, γίνεσθε έτοιμοι και μεγαλόψυχοι διά τους οικτιρμούς του Θεού. Μιμήθητε τους ποτέ των Καρχηδονίων ελέφαντας, οίτινες τοσούτον πλήθος ίππων Ρωμαίων διά μόνης της θέας και της φωνής αυτών εξεδίωξαν. Εάν δε τα άλογα ζώα, έδιωξαν τους εχθρούς, πόσον μάλλον ημείς, οι όποιοι είμεθα κύριοι των άλογων ζώων και αγωνιζόμεθα προς χείρονας και αυτών των άλογων ζώων. Αι ρομφαίαι σας και τα τόξα σας και τα ακόντια ας ριφθώσι κατ' αυτών, ουχί ως κατ' ανθρώπων, άλλ' ως κατ' αγρίων χοίρων, διά να γνωρίσωσιν οι ασεβείς ότι μάχονται προς τους κυρίους και αυθέντας αυτών, προς τους απογόνους των Ελλήνων και των Ρωμαίων.»
Πολύ μεγάλο παράπονο έχουν τα λόγια, πού λέγει για την Παναγιά και για την Πόλη, την αγαπημένη της πολιτεία. Θαρρείς πώς μοιρολογά την κόρη του: «Το καταφύγιον των Χριστιανών ή ελπίς και η χαρά πάντων των Ελλήνων το καύχημα πάντων όσοι ζώσιν υπό την ηλίου Ανατολήν. Ζητεί δε (ο Αμηράς) πώς να εύρη καιρόν να αφανίση ως ρόδον του αγρού την ποτέ περιφανή και ανθίζουσαν ταύτην των πόλεων βασιλεύουσαν.»
Ύστερα γυρίζει και λέγει στους Βενετσάνους, πού στεκόντανε στα δεξιά του: «Ενετοί ευγενείς, αδελφοί ηγαπημένοι εν Χριστώ, άνδρες ισχυροί! Την σήμερον παρακαλώ να υπερασπισθήτε μεθ' όλης της ψυχής σας την πόλιν ταύτην, γνωρίζοντες, ότι δευτέραν πατρίδα και μητέρα έχετε αιωνίως.» Στο τέλος γυρίζει και λέγει σ' όλο το λαό: «Καιρόν δεν έχω να σας ειπω περισσότερα. Ιδού το τεταπεινωμένον μου τούτο σκήπτρον εις τας χείρας πάντων υμών ανατίθημι. Φυλάξατε το μετ' ευνοίας! Πολύ δε παρακαλώ υμάς να δείξητε την πρέπουσαν ευπείθειαν...»

Ο βασιλιάς έκλαιγε, έκλαιγε κι' ο λαός και φώναξε: «Ας πεθάνουμε για την πίστη του Χριστού και για την πατρίδα μας!» Αγκαλιαζόντανε και συγχωρνιόντανε. Ύστερα τραβήξανε στην Άγια-Σοφιά. Κόσμος, παλαβωμένος απ' το φόβο, την είχε γιομίσει κ' οι καμάρες αντιλαλούσανε από το θρήνο. ΟΙ γυναίκες κλαίγανε σιγανά, τα παιδιά ξεφωνίζανε κι' όλοι τρέμανε σαν τα καλάμια. Ποια καρδιά δε θα ράγιζε! «Ει και από ξύλον άνθρωπος ή εκ πέτρας ην, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι.» Οι διάκοι λέγανε μπροστά στην Άγια Πόρτα τα Ειρηνικά, μα ή οχλοβοή δεν άφηνε ν' ακουστή ή φωνή τους. Σαν αρχίσανε οι ψαλτάδες, το Κοινωνικό «Εις μνημόσυνον αιώνιον έσται δίκαιος, αλληλούια», ο βασιλιάς τράβηξε κατά το τέμπλο, ντυμένος με τα τριμμένα ρούχα του, δακρυσμένος, μαραζωμένος, με γένεια και μαλλιά αχτένιστα σαν βαρυποινίτης, κ έπεσε στα γόνατα μπροστά στα εικονίσματα του Χριστού και της Παναγιάς μ' αναστεναγμούς, μουρμουρίζοντας: «Εκύκλωσαν αι τού βίου -με ζάλαι ως περ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε, και την εμήν κατασχούσαι καρδίαν κατατιτρώσκουσι βέλει των θλίψεων.» Και σαν εβγήκε ο Πατριάρχης μέ το ποτήρι, πήγε και μετάλαβε κ' ύστερα γύρισε κατα το λαό κ' είπε: «Χριστιανοί, συγχωρήστε τις αμαρτίες μου, κι' ο Θεός ας συγχώρεση τις δικές σας!» Κι' ο κόσμος με μια φωνή φώναξε: «Συγχωρεμένος!» Μέσα στ' Άγιο Βήμα ο Πατριάρχης, σκυμμένος απάνω στα τίμια δώρα, μνημόνευε: «Μνήσθητι, Κύριε, τής πόλεως, εν η παροικούμεν, και πάσης πόλεως και χώρας, και των πίστει οικούντων έν αυταίς. Μνήσθητι, Κύριε, πλεόντων, οδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων, αιχμαλώτων. Μνήσθητι, Κύριε, των μεμνημένων των πενήτων, και επί πάντας ημάς τα ελέη σου εξαπόστειλον.» Σαν τελείωσε η λειτουργία, ήτανε νύχτα. ο βασιλιάς πήγε στο παλάτι και κάθησε λίγη ώρα για να συγχωρεθεί μέ τους δικούς του και μέ τους υπηρέτες του. «Εν τήδε τη ώρα τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους, τους εν τω παλατίω;» Και σαν τους αποχαιρέτισε, καβαλλίκεψε τ' άλογο του μαζί μέ τη συνοδεία του και επιθεώρησε το κάστρο για να δη αν είνε στον τόπο του ο καθένας. Όλοι βρισκόντανε στις πόστες τους, κ' οι πόρτες ήτανε καλά αμπαρωμένες. Φτάνοντας στην πόρτα Καλιγαρία, ανέβηκε μοναχός απάνω στο κάστρο, έχοντας μαζί του το Φραντζή, τον μπιστεμένο φίλο του, κι' ακούσανε απ' όξω βουή και φωνές πολλές, κ οι φύλακες τους είπανε πώς από την ώρα πού νύχτωσε οι Τούρκοι έτσι βουίζανε, γιατί κουβαλούσανε κοντά στο κάστρο τις μηχανές και τις σκάλες. Την ώρα, πού φώναξε πρώτη φορά ο κόκκορας, έφταξε ο βασιλιάς στην πόρτα του Αγίου Ρωμανού.

Στο δεύτερο λάλημα του πετεινού άρχισε ο πόλεμος. Οι Τούρκοι ξαμολυθήκανε από παντού σαν άγρια βουβάλια, βγάζοντας αφρούς απ' τα στόματα τους. Τέτοιο ούρλιασμα και ποδοβολητό έβγαινε από κείνο τ' αμέτρητο κοπάδι και τόσο πατιρντί κάνανε τα τούμπανα, οι ζουρνάδες κ' οι ντερβισάδες, π' αντιλαλήσανε ολοτρόγυρα τα βουνά, σα να γκρεμνιζόντανε. Τούτοι, πού κάνανε το πρώτο ρεσάλτο, ήτανε οι πειό πολλοί χριστιανοί, πού δουλεύανε στο σουλτάνο μέ το στανιό, και τους έριξε πρώτους στή φωτιά, για να πάρουνε όλη τη μπόρα. Κουβαλούσανε σκάλες αναρίθμητες και τις ακουμπούσανε στον τοίχο, μα οι Έλληνες τους γκρεμνίζανε και ρίχνανε μεγάλες πέτρες από πάνω τους και τους σκοτώνανε. Το χαντάκι γιόμισε σκοτωμένους και λαβωμένους. Όσοι γλυτώνανε, θέλανε να στρίψουνε πίσω, μα οι γενίτσαροι τους λιανίζανε μέ τα γιαταγάνια, όπου, βλέποντας πώς κ' έτσι κι αλλοιώς θα πεθαίνανε, γυρίζανε και πολεμούσανε. Στο μεταξύ άρχισε να γλυκοχαράζη και να σβύνουνε τ' άστρα ένα ένα.
Σαν τσακισθήκανε τούτοι οι πρώτοι, χυμήξανε άλλοι πειό λυσσασμένοι, σαν τα πεινασμένα λιοντάρια πού πέφτουνε απάνω σε λάφια.
Κι' αυτοί στεριώσανε πλήθος σκάλες κι' ανεβαίνανε απάνω μ' αλαλαγμό πολύν. Μα πάλι οι χριστιανοί τους γκρεμνίσανε και με τις σαγίτες και με τα μικρά κανόνια πούχανε, σκοτώσανε τόσους Τούρκους, πού στοιβαστήκανε ο ένας άπα στον άλλον σαν σακκιά. Δεν προφτάξανε να φχαριστήσουνε το Θεό κ' έπεσε απάνω στο κάστρο τρίτο κοπάδι, το πειό μανιασμένο με φωνές φοβερές και με τούμπανα, κατα τα συνηθισμένα. Αυτοί ήτανε τ' άνθος, οι διαλεχτοί του σουλτάνου, οι γενίτσαροι, οι σουμπασίδες και τέλος οι πειό αντρειωμένοι Τούρκοι. Μ' όλο πού οι Έλληνες ήτανε τσακισμένοι απ' την κούραση, μπορέσανε και βαστάξανε και τούτη τη φορά. Κάψανε τις μηχανές, τσακίσανε τις ανεμόσκαλες, μ' έναν λόγο τέτοιο φονικό κάνανε, πού για μια στιγμή οι Τούρκοι δειλιάσανε και λίγο έλειψε να γυρίσουνε τις πλάτες. Μα ο σουλταν Μεμέτης έπεσε ο ίδιος απάνω τους μέ το γιαταγάνι στο χέρι, κι' άλλους έσφαξε, άλλους πλήγωνε. Το ίδιο κάνανε κ' οι αξιωματικοί του μέ τα καμουτσιά και μέ μεγάλες φωνές, σα να σαλαγούσανε κανένα κοπάδι καμήλες. Οι ζεϊμπέκηδες βγάλανε πάλι μια φωνή ίσαμε τον ουρανό, δίνοντας κουράγιο ο ένας στον άλλο κι' ωρμήσανε απάνου στον τοίχο. Οι πειό άφοβοι κ' οι πειό δυνατοί ανέβαιναν ο ένας απάνω στους ώμους τ' αλλουνού κ' έτσι κάνανε σκάλες και φτάνανε ίσαμε το φρύδι του τοίχου, πώξωνε το μεγάλο κάστρο απ' έξω, και πού ήτανε χαμηλότερο. Κι' άμα βρεθήκανε κάμποσοι ανεβασμένοι εκεί απάνω, γίνηκε πόλεμος σκληρός και σκοτωμός αλύπητος κι' από τις δυό μεριές. Οι Ρωμιοί αρχίσανε να παραδίνουνε. Τότε όμως ο Θεόφιλος Παλαιολόγος κι' ο Δημήτρης Κατακουζηνός ωρμήσανε και γκρεμνίσανε τους Τούρκους και τους σκοτώσανε. ο βασιλιάς έτρεξε προς αυτό το μέρος κ' έπιασε και φώναξε για να τους δώση καρδιά: «Αδέρφια μου, βαστάτε γερά, για την αγάπη του Θεού! Βλέπω πώς οι οχτροί δειλιάζουνε και διασκορπίζονται, γιατί δεν έρχουνται μέ τάξη, όπως συνηθίζουνε!»

Τότες αρχίσανε να χτυπάνε οι καμπάνες σ' όλη την πολιτεία. Θρήνος και κλαυθμός έβγαινε από παντού. Οι γυναίκες και τα παιδιά είχανε γίνει σαν κερένια από το φόβο τους, όσο ακούγανε εκείνες τις φωνές, πού δε βγαίνανε από λαρύγγια ανθρώπινα, μα από θηρία. 'Άντρες και γυναίκες ήτανε γονατιστοί και κλαίγανε και παρακαλούσανε το Θεό να τους λυπηθή. Στο μεταξύ οι Τούρκοι πολεμούσανε μέ την ίδια και περισσότερη μανία. ο μεγάλος τράκος γινότανε κοντά στην πόρτα του Ρωμανού, πού βρισκότανε ο Παλαιολόγος, και ρίχνανε σαγίτες αμέτρητες σαν τον άμμο της θάλασσας και κάμποσες μπάλλες μέ τα κανόνια. Το μεγάλο κανόνι, πού το λένε χωνεία οι παλιοί Ιστορικοί, σφεντόνιζε κάθε τόσο κι' από μια κοτρώνα πούχε βάρος διακόσες λίτρες. ο Βενετσάνος Νικολός Μπάρμπαρος λέγει πώς οι μπάλλες κ' οι πέτρες κ' οι σαγίτες, πούχανε πέσει μέσα στη χαμηλή μάντρα τού κάστρου, ήτανε να φόρτωσης απάνου από ογδόντα καμήλια, κ' όσες είχανε πέσει μέσα στο χαντάκι ήτανε για να φόρτωσης ίσαμε είκοσι καμήλια. μια απ’ αυτές τις μπάλλες άνοιξε μια σκισμάδα στη μάντρα του χαμηλού κάστρου και σήκωσε τέτοιον καπνό και τέτοιο χώμα, πού δε φαινότανε τίποτα. οι Τούρκοι, βοηθούμενοι απ’ τον καπνό, μπήκανε στο μικρό κάστρο ίσαμε καμμιά τρακοσαριά, μα οι Χριστιανοί γλήγορα τους διώξανε και κόψανε τους πειό πολλούς. Αυτό δυνάμωσε για λίγο την καρδιά τους. μα σε λίγο ξαναμπήκανε πάλι οι Τούρκοι, και τούτη τη φορά γιόμισε ο τόπος, άπαν' από τριάντα χιλιάδες. Ητανε μεθυσμένοι απ’ το αίμα, κι' ανεβαίνανε ποδοπατώντας και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλον σαν αγριοκάτσικα. Βγάζανε τέτοια γαυγίσματα, πώλεγες πώς είνε η κόλαση. Κι' αφού σκοτωθήκανε πολύ πλήθος, κρατήσανε το μικρό το κάστρο και σε λίγο είχανε έμπει μέσα στην πρώτη μάντρα περισσότεροι από εβδομήντα χιλιάδες. οι σκοτωμένοι κειτόντανε κουβάρες σαν σακκιά.

Απάνω σ' αυτά πληγώθηκε στο ποδάρι ο στρατηγός Γιουστινιάνης. Μέ μιας μαθεύτηκε τούτη ή δυστυχία από την μια άκρη ως την άλλη κι' όλοι μαραθήκανε. ο βασιλιάς έφταξε, και βλέποντας τους στρατιώτες φοβισμένους και το Γιουστινιανό νάνε σαστισμένος και να θέλη να τραβηχτή απ' το κάστρο, του λέγει: «Αδερφέ μου, τί κάνεις; γύρισε πίσω στην πόστα σου για την αγάπη του Θεού• ή λαβωματιά σου δεν είνε βαρειά. Απάνω σε τούτη τη στιγμή μας αφήνεις πώχουμε περισσότερο την ανάγκη σου; στα χέρια τα δικά σου κρέμεται ή Κωνσταντινούπολη!» μα ο Γιουστινιανός, πού στάθηκε πάντα παλληκάρι, είχε πάθει μεγάλη ταραχή κ' έφυγε. Πέρασε στο Γαλατά και κει πέρα πέθανε σε λίγες μέρες.
Οι Τούρκοι καταλάβανε πώς κάτι έτρεχε στο μέρος των Γραικών και πήρανε τα μπρος. Τότες ένας γενίτσαρος φοβερός, Χασάνης Λουπαδίτης λεγόμενος, πήδηξε πρώτος απάνω στο μεγάλο κάστρο, βαστώντας με τόνα χέρι το σκουτάρι του άπαν' από το κεφάλι του κι' από τάλλο το σπαθί του. Από πίσω του σκαλώσανε ευθύς καμμιά τριανταριά σύντροφοι του. Οι Χριστιανοί γκρεμνίσανε τους μισούς κι' ο ίδιος ο Χασάνης έπεσε χάμω, βαρεμένος από τις πέτρες, πού ρίχνανε βροχή οι Γραικοί. Μ' όλα ταύτα πάλι ξανασηκώθηκε απάνω στο γόνατο του και πολέμαγε. μα τούπεσε το σκουτάρι κ' ευθύς γιόμισε το κορμί του από σαγίτες και ξεψύχησε. Ως να σκοτωθή αυτός, είχανε ανέβη πολλοί Τούρκοι στο μεγάλο κάστρο. Μέσα στην οχλοβοή κάποιοι από δαύτους κατεβήκανε από μέσα και βγάλανε τις αμπάρες. Τότες ακουστήκαν από παντού φωνές φοβερές: «Η Πόλη πατήθηκε!» ο κόσμος έτρεχε στη θάλασσα να γλυτώση.

Κείνη την ώρα έβγαινε ο ήλιος. οι Τούρκοι μπαίνανε σαν ποτάμι αφρισμένο από τα κάστρα κι' από την πόρτα. οι Χριστιανοί απελπισμένοι πέφτανε με σφαλιχτά μάτια απάνω τους, κ' έγινε τέτοιος σκοτωμός, πού το αίμα έτρεχε να κολυμπήση δαμάλι. ο βασιλέας, παραμιλώντας απ' την απελπισία του, χύμηξε στην πόρτα με τα παλληκάρια του κ' έπεσε μέσα στο πειό πηχτοτουρκομάνι, βαρώντας με το σπαθί του. ο Δον Φραγκίσκος ο Τολεδάνος, πώλαχε νάνε στο δεξί του χέρι, έχασε το σπαθί του και χύθηκε και ξέσκιζε τους Τούρκους με τα νύχια και με τα δόντια. ο Θεόφιλος Παλαιολόγος, βλέποντας ματωμένο το βασιλέα, έβαλε μια φωνή κ' έκραξε κλαίγοντας: «Θέλω ν' αποθάνω κι' όχι να ζήσω!» ο Γιάννης ο Δαλμάτης κι' άλλοι πολλοί εκεί βουλιάξανε και χαθήκανε. ο βασιλιάς βλέποντας πώς απόμεινε μονάχος ζωντανός, φώναξε: «Δεν υπάρχει Χριστιανός να κόψη το κεφάλι μου!» Την ίδια την στιγμή τον βαρέσανε δυό Τούρκοι, ο ένας στο πρόσωπο κι' ο άλλος στον ώμο. Το κορμί του κύλησε κι' ανακατεύτηκε μέσα στο σωρό πώφραξε την πόρτα.

Το κούρσεμα της Πόλης
Σαν πατήθηκε πειά η πόρτα του Ρωμανού και σκοτώθηκε ο βασιλιάς, οι Τούρκοι γιουργιάρανε μέσα στην Πόλη σαν τ' αγριεμένο ξεροπόταμο πού κατεβαίνει στενεμένο ανάμεσα στ' αψηλά βράχια, ύστερ' από νεροποντή. Δε μπαίνανε εκατό-εκατό, μηδέ διακόσιοι, μα χιλιάδα απάνω στη χιλιάδα. Τέτοια ήτανε ή μανία τους μη δεν προφτάξουνε να κουρσέψουνε, πού απ’ το στρίμωγμα λαβωνόντανε συναμεταξύ τους και πολλοί σκάσανε ποδοπατημένοι απ’ τους δικούς τους. Και σα μπαίνανε μέσα στο κάστρο, σκορπίζανε άλλος εδώ, άλλος εκεί, κοπάδια-κοπάδια, σφάζοντας όποιον βρίσκανε μπροστά τους, είτε γυναίκα, είτε παιδί, είτε άντρα.
Το μεγάλο μακελειό βάσταξε απ’ την ανατολή του ηλίου ίσαμε το μεσημέρι. Πολλοί χριστιανοί κρυφτήκανε μέσα σε λαγούμια και σε σπηλιές κ' ύστερα τους βρήκανε και τους σκλαβώσανε.
Φτάνοντας οι Τούρκοι στην πλατεία, ανεβήκανε στον πύργο και κατεβάσανε τη βυζαντινή σημαία και τη σημαία τ' άγιου Μάρκου και ισάρανε στον τόπο τους το σαντάρδο του σουλτάνου. Τα κάστρα από τη μιαν άκρη ίσαμε την άλλη πέσανε στα χέρια του Τούρκου. Μονάχα οι Κρητικοί, πού βρισκόντανε μέσα στους πύργους του Λέοντα και του Βασιλείου, βαστήξανε τον πόλεμο ίσαμε το μεσημέρι. ο σουλτάν Μεμέτης σαν τάκουσε θαύμασε την παλληκαριά τους και τους άφησε να φύγουνε στην πατρίδα τους, παίρνοντας μαζί τους ότι είχανε απάνω τους.

Όπως είπα πρωτύτερα, πολύς κόσμος έτρεξε στη θάλασσα να γλυτώση, μα έπεσε μαζεμένος στα καράβια και πολλά βουλιάξανε και πνιγήκανε πολύς λαός. οι πορτιέρηδες, βλέποντας τον κόσμο πού ωρμούσε οξ από τις πόρτες, θυμηθήκανε ένα παλιό ρητό πώλεγε πώς η πόλη θα ξαναπαιρνότανε απ’ τα χέρια των Τούρκων αν γυρίζανε πίσω οι Χριστιανοί, κλειδώσανε τις πόρτες και ρίξανε τα κλειδιά οξ απ’ το κάστρο. Τότε δα φούντωσε ή σφαγή, πού δε μπορεί να τη χωρέση το μυαλό του άνθρωπου. Όσοι γλυτώσανε χάσανε τα φρένα τους και τρέχανε να κλειστούνε στην Άγια-Σοφιά. Κείνη την ώρα ήτανε πώχαν' η, μάννα το παιδί και το παιδί τη μάννα. Θεέ μεγαλοδύναμε, απάνω σ' αυτούς τους συφοριασμένους έπεσε όλη η οργή σου! Μερμήγκια αμέτρητη πλημμύρισε την εκκλησιά, απάνω, κάτω, στο νάρθηκα, στ' άγιο βήμα, σε κάθε μεριά. Σφαλίξανε τις πόρτες και παρακαλούσανε με μεγάλες φωνές το Θεό να τους λυπηθή. οι κουμπέδες κ' οι θεόρατες καμάρες αντιβουίζανε και ρίχνανε πιο πολλή τρομάρα στις καρδιές των κοριτσιών• τα μικρά παιδάκια ξεψυχούσανε απ’ το φόβο τους. Σε λίγο φτάξανε οι Τούρκοι και πιάσανε να βαράνε με τους μπαλτάδες τις πόρτες. Το κοπάδι, πού ήτανε μαντρισμένο μέσα βέλαζε λυπητερά σε κάθε τσεκουριά.

Ποια γλώσσα μπορεί να πη τί γίνηκε σαν μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, βαστώντας στα χέρια τους άλλοι ματωμένα μαχαίρια μια οργιά μάκρος, άλλοι πελέκια ακονισμένα, άλλοι κοντάρια, π' αστράφτανε οι σουβλερές μύτες τους. Ή εκκλησιά πιτσιλίστηκε απ’ τα αίματα σε δυό μπόγια ύψος, πώλεγες πώς ήτανε χασάπικο. Όσοι απομείνανε ζωντανοί είχανε τρελλαθή. Οι Τούρκοι δένανε τους άντρες με σκοινιά, τις γυναίκες με τις ζώνες τους. Έβλεπες αφεντάδες δεμένους πιστάγκωνα μαζί με τους υπηρέτες, κυράδες με τις δούλες, παπάδες με γρηές, δεσποτάδες, παλληκάρια βουτημένα στο αίμα. ο ένας μπροστά στον άλλον βιάζανε τις γυναίκες, ανάμεσα σε κουφάρια και σε λαβωμένους πού μουγκρίζανε. Άλλοι πάλι από κείνα τ' αγρίμια ξεγυμνώνανε την εκκλησιά. Μέσα σε μια ώρα απομείνανε μονάχα οι τοίχοι. Δεν αφήσανε μηδέ καντήλι, μηδέ δισκοπότηρο, μηδέ βαγγέλιο, μηδέ εικόνα, μηδέ ρούχα, τίποτα! Πώς περνά ή ακρίδα από 'να καταπράσινο περιβόλι κ' ύστερα, σαν κάνη φτερά, αφήνει χώμα μοναχό, έτσι απόμεινε κ' ή Άγια-Σοφιά ξεγυμνωμένη.

Το μαχαίρι κ' η φωτιά βάσταξε τρία μερόνυχτα, όπως είχε ταμένο στους στρατιώτες του ο σουλτάνος. Η απέραντη Κωνσταντινούπολη αντιλαλούσε μέρα νύχτα. Τι αίμα και τί δάκρυα χυθήκανε! Χιλιάδες καρδιές χτυπούσανε, τέτοια συμφορά δε μπορεί να τη συλλογισθή άνθρωπος. Άλλοι σφαζόντανε πριν πάνε στα σπίτια τους, άλλοι καταφέρνανε να φτάξουνε στα δικά τους μα δε βρίσκανε τα παιδιά τους και τις γυναίκες τους. Αντρόγυνα χωριζόντουσαν, ο ένας Τούρκος έσερνε τον άντρα κι' ο άλλος τη γυναίκα. Τα παιδιά τα ξεκολλούσανε απ’ το λαιμό της μάννας, τα κορίτσια τα σέρνανε απ’ τα μαλλιά μέσα στο δρόμο. Πεινασμένα σκυλιά πίνανε το αίμα π' άχνιζε μέσα στα χαντάκια. Πειό πολλά ήτανε τα κομμένα κεφάλια, πού κειτόντανε στο χώμα, παρά οι πέτρες της γης. Φρόνιμες νοικοκυράδες, πού δεν τις είχε δη ο ήλιος, ατιμαζόντανε γυμνές μέσα στις πλατείες. Παπάδες περπατούσανε βιαστικά, φορτωμένοι με βαρειά σεντούκια, πού τους τάχανε φορτωμένα οι ζεμπέκηδες και τους δέρνανε σαν γαϊδούρια και τους τραβούσανε με το καπίστρι πούχανε περασμένο στο λαιμό τους. «Και ην ιδείν ορμαθούς εξερχόμενους απείρους ώσπερ αγέλας».
Στα καράβια δεν είχε απομείνει μηδέ ένας Τούρκος, γιατί ριχτήκανε στο πλιάτσικο. Με μεγάλη μανία γερεύανε να βρούνε τα γυναικεία μοναστήρια, τα πατούσανε και κουβαλούσανε τις καλογρηές μέσα στα καράβια κ' εκεί ο διάβολος πειά μπορεί να πη το τί γίνηκε. Πολλές γυναίκες, για να ξεφύγουνε την ατιμία, πέσανε και πνιγήκανε στη θάλασσα και στα πηγάδια. Οι Τούρκοι είχανε τούτη τη συνήθεια• άμα μπαίνανε μέσα σ’ ένα σπίτι για να κουρσέψουνε, στήνανε μια σημαία απάνω στα κεραμίδια. Οι άλλοι Τούρκοι, βλέποντας τούτη τη σημαία, δε μπαίνανε ποτέ μέσα, μα τραβούσανε πάρα πέρα, να βρούνε άλλο σπίτι λεύτερο. Ίσαμε διακόσες χιλιάδες τέτοια κουρέλια σαλεύανε απάνω στην Πόλη, γιατί οι Τούρκοι βάζανε πολλές παντιέρες στο ίδιο σπίτι για να κάνουνε πανηγύρι.
Όλη τη μέρα σφάζανε. Τόσο μουσκεμένη ήτανε ή γης, πώλεγες πώς έβρεξε αίμα, κι' όπου έβρισκε χαντάκι το αίμα έτρεχε σα νάτανε βροχονέρι. Τα κουφάρια τα ρίχνανε στο μπουγάζι του Βοσπόρου, και το ρέμα τα κατρακυλούσε σα νάτανε πεπόνια, Χριστιανοί-Τούρκοι ανακατεμένοι.

Ο σουλτάνος δε μπήκε μέσα στην Πόλη με το στρατό, παρά απόμεινε στο στρατόπεδο. Κατά το μεσημέρι οι πασάδες του πήγανε τα κλειδιά, σημάδι πώς ήτανε πειά δική του ή Κωνσταντινούπολη. Τότε καβαλλίκεψε και μπήκε μέ τή συνοδεία του μέσα στο κάστρο και τράβηξε ϊσια στην Άγια-Σοφιά. Δέ μπήκε μέσα στην εκκλησιά με τ’ άλογο, παρά ξεπέζεψε και μπαίνοντας μέσα θαύμασε πολλήν ώρα και περιεργάσθηκε το χτίριο. Ύστερα φώναξε έναν χότζα και τούπε ν' ανέβη απάνω στον άμβωνα και να φωνάζη την προσευχή τους «Αλλάχου εκπέρ, Αλλάχου εκπέρ, Μουχαμετούλ ρεσούλ Ούλλάχ.» Σαν τελείωσε ο χότζας, ανέβηκε ο ίδιος στην Άγια Τράπεζα και το ξανάπε.
Την ώρα πώβγαινε έξω, είδε έναν Τούρκο που τσάκιζε τα μάρμαρα. ο Μεμέτης τον βάρεσε με το καμουτσί λέγοντας του: «Κιοπέκ, σας άφησα το θησαυρό και τους ανθρώπους, μα τα χτίρια είνε δικά μου!»
Από κει τράβηξε με τους πασάδες και ρώτηξε για το βασιλιά τής Πόλης, ζή η πέθανε. Και σαν τούπανε πώς σκοτώθηκε, πρόσταξε και πλύνανε πολλά κεφάλια στο μέρος πού χάθηκε, για να τον γνωρίσουνε, μα δε μπορέσανε μέσα σε τέτοιο πλήθος. Σε λίγο όμως βρέθηκε το κορμί του και το γνωρίσανε απ’ τα κόκκινα ποδήματα του με τους κεντημένους αητούς. Κόψανε το κεφάλι και το βάλανε σε μια πλατεία κοντά στ' άγαλμα του Γιουστινιανού και κει στάθηκε ίσαμε το βράδυ. Ύστερα το μπαλσαμώσανε και τώστειλε ο σουλτάνος στην ανατολή από χώρα σε χώρα, για να δη ο κόσμος τή νίκη του. Το σώμα το πήρανε οι Χριστιανοί και το θάψανε.
Τα πλιάτσικα κ' οι σκλάβοι, άλλα στοιβαχθήκανε στις τέντες, άλλα φορτωθήκανε στα καράβια και τραβήξανε να τα πουλήσουνε, όπως έστερξε ο σουλτάνος. Κάθε Τούρκος ήτανε φορτωμένος. Τι μαλάματα, τι ασήμια, τι χαλκώματα, τι ρούχα μεταξωτα, τι βιβλία! Καράβια ολάκερα γεμίσανε καλόγερους και καλογρηές. Έβλεπες ζεϊμπέκια ψειριασμένα νάνε ντυμένα με ρούχα δεσποτικά, άλλοι φοράγανε χρυσά πετραχήλια, άλλοι κορώνες και καλυμμαύχια στο κεφάλι. Σκυλιά δεμένα με ζώνες κεντημένες, επιγονάτια και φελόνια για σαγή στ' άλογα. Μέσα στους ασημένιους δίσκους βάζανε ντομάτες και κρέατα, πίνανε κρασί μέσα στα δισκοπότηρα. Φορτώσανε στις καρότσες βιβλία, που δεν είχανε μετρημό και τα σκορπίσανε σ' ανατολή και δύση. για ένα γρόσι πουλιόντανε ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας κ' οι άλλοι ξακουσμένοι σοφοί της αρχαιότητας, γραμμένοι σε πετσί, με χρυσοκοντυλιές και μέ χρυσά δεσίματα. Τα εικονίσματα τα σκίζανε με το τσεκούρι και βράζανε κρέας μέσα στα καζάνια.

Τη δεύτερη μέρα, δηλαδή στις 30 Μαγιού, ξαναμπήκε στην Πόλη ο σουλτάνος, με πολλή παράταξη, κι' αφοί τριγύρισε σε διάφορα μέρη, πήγε και στο παλάτι. Και βλέποντας το έρημο είπε έναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητή για την ματαιότητα του κόσμου.
Ήτανε πειά πεθαμένη και θαμμένη ή ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, ή Θεοσκέπαστη, ή Νέα Σιών, ή Εφτάλοφη, το καμάρι της Ανατολής, πώβρισκε άνθρωπος και του πουλιού τα γάλα. Πούχε το κάστρο με τους τρακόσους πύργους, τα παζάρια, τα αρτοπρατεία, τα χαλκοπρατεία, τα αργυροπωλεία, τα βλατοπωλεία, τα κηροπωλεία, τα λουτρά, τα συντριβάνια, τις βρύσες, τις δεκαεννιά στέρνες, τα Ιπποδρόμια, τα παλάτια, τις τρακόσες εκκλησιές και τα διακόσια μοναστήρια, τ' αμέτρητα τ' αγάλματα κι' ό,τι μπορεί να βάλη ο νους τ' ανθρώπου. «Τη δευτέρα δε από της ημέρας εκείνης, εισελθών ο Μεχμέτης, περιώδευσε την πόλιν• και ην ή πάσα άοικος, ούτε άνθρωπος, ούτε κτήνος, ούτε όρνεον κραυγάξον ή λαλούν εντός.» Κοντα στο παλάτι ετοιμάσανε ένα μεγάλο τραπέζι για το σουλτάνο, κι' αφού έφαγε, ήπιε πολύ κρασί και μέθυσε. Τότε πρόσταξε να του πάνε το ναύαρχο Νοταρά με τα παιδιά του και να τους αποκεφαλίσουνε. Πρώτα σφάξανε τα παιδιά μπροστά στο συμφοριασμένον τον πατέρα, πώλεγε ολοένα «δίκαιος εί, Κύριε!», κ' ύστερα τον ίδιον. Δεν περάσανε λίγες μέρες και πρόσταξε να κόψουνε και το Χαλίλ πασά, πού τον υπωπτευότανε πώς είχε προδώσει τα μυστικά του στους γραικούς. Το τέλος της Πόλης φαίνεται ακόμα πειό λυπητερό άμα συλλογισθή κανένας πώς χαλάσθηκε το μήνα Μάη, τις μέρες πού μοσκοβολούσανε οι πασκαλιές κ' οι τριανταφυλλιές. Ανήμερα πού σκλαβώθηκε ή Πόλη ήτανε της Αγίας Θεοδοσίας, πού τη γιορτάζανε πάντα οι Πολίτες στις 29 Μαγιού με μεγάλη δόξα στην εκκλησιά της, πού γίνηκε ύστερα τζαμί. Μ' όλη την αγωνία πού περνούσανε, οι γυναίκες την είχανε στολισμένη, κατά τα συνηθισμένα, με στεφάνια και με περιπλοκάδες από τριαντάφυλλα. Την ώρα, πού μπήκανε μέσα οι Τούρκοι, ψέλνανε ακόμα οι ψαλταδες. Τους περάσανε όλους απ' το μαχαίρι, κι' από τότε βαστά ή ονομασία «Γκιούλ Τζαμί», δηλαδή «Το Τζαμί με τα τριαντάφυλλα», και μ' αυτό τόνομα στέκει ως τα σήμερα. Μέσα σ' αυτή την εκκλησιά λένε πώς υπάρχει κ' ένα μνημόρι, οπώχει απάνω στην πλάκα τούρκικα γράμματα, πού λένε «Εδώ κείτεται ένας μαθητής του Χριστού» και πώς αυτός είνε ο τάφος του βασιλιά Παλαιολόγου.
Τους Γενοβέζους του Γαλατά ο σουλτάνος δεν τους πείραξε, γιατί σταθήκανε φίλοι του στον πόλεμο, τους χάρισε μάλιστα και προνόμια. Το φιρμάνι πού τους έδωσε αρχίζει με τούτα τα λόγια: «Εγώ ο μέγας αυθέντης και μέγας Αμηράς σουλτάνος ο Μεχμέτ Μπέης, ο υιός του μεγάλου αυθέντου Αμηρά Σουλτάνου του Μουράτ Μπέη. Ομνύω είς τον Θεόν του ουρανού και της γης και εις τον μέγαν ημών προφήτην Μωάμεθ, και εις τα επτά μουσάφια οπού έχομεν και ομολογούμεν, και εις τας ρκδ' (124) χιλιάδας προφήτας του Θεοϋ και προς τας ψυχάς του πάππου μου και του πατρός μου, και προς εμαυτόν και προς τα παιδιά μου, και στο σπαθί όπου ζώννομαι...». 

Πηγή
Φώτη Κόντογλου, ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, Σχέδια εξωφύλλου καί κειμένου: Σταμάτης Μπονάτσος, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ 2003
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου