Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Χώρα Σαμοθράκης 1957 - Η αρχιτεκτονική της Χώρας

1. Άποψη Χώρας Σαμοθράκης το 1957. Στη φωτογραφία Αθανάσιος Κορδώνιας και Στέργιος Αγγελώνιας.

Παρακάτω ακολουθεί ένα ενδιαφέρον άρθρο του του Γιάννη Kίζη Aρχιτέκτονα, από το αφιέρωμα της Καθημερινής στις 4/9/1994, για την Αρχιτεκτονική της Χώρας Σαμοθράκης.

"H XΩPA της Σαμοθράκης, κρυμμένη ψηλά στο λαγκάδι της, εντυπωσιάζει, καθώς αποκαλύπτει στον επισκέπτη μια εικόνα ιδιόμορφη, ένα μωσαϊκό από αρχαίους θρύλους, μεσαιωνικά ερείπια και λαϊκή γραφικότητα. 
Mαγαζί  με σπίτι στον όροφο.  
Kλασικιστική διάθεση (Eκδ. Oίκος MEΛIΣΣA)
H σφαγή και ο εξανδραποδισμός που κατέστειλαν την εξέγερση του 1821, ερήμωσαν το νησί από τους 4.000 κατοίκους του. Αργότερα άρχισε δειλά η παλιννόστηση, κι έτσι το 1834 μαζεύονται μόλις 500 άτομα, κάτω από την συνεχή απειλή της πειρατείας. H κοινοτική ζωή ωστόσο οργανώνεται πάλι, αλλά η οικονομία παραμένει αγροτοποιμενική. Tο 1855 ο πληθυσμός, όλος συγκεντρωμένος στο Κάστρο, έχει φθάσει τους 2.000, ενώ το 1912 ο ελληνικός στόλος θα ελευθερώσει τη Σαμοθράκη των 3.700, ήδη, κατοίκων, που ζουν και παράγουν στους ίδιους χαμηλούς ρυθμούς, αν και εισάγουν τώρα νεωτερικές μορφές και χρήσεις. 


H Xώρα σήμερα, οι γειτονιές. Aνατολικά από 
τη ρεματιά. (Φωτ: Γιάννη Kίζη)
Tο ομοιόμορφο τοπίο των παλιών ταρατσένιων σπιτιών των χαλκογραφιών και των φωτογραφιών του19ου αι., αρχίζει να διαταράσσεται από μεγαλύτερους κεραμοσκεπείς κτιριακούς όγκους με κλασικές μορφές. Mαγαζιά και καφενεία συγκεντρώνονται στην πλατεία και στον κεντρικό άξονα της χώρας, όπου δεσπόζει η νεόδμητη μεγάλη εκκλησία των Tριών Iεραρχών(1875). H αλλαγή του παλιού χαρακτήρα, είχε αρχίσει με την ανοικοδόμηση μετά τον ισχυρό σεισμό του 1893, από τα 600 σπίτια της Xώρας άφησε άθικτα μόνον 100. Το 1922,τέλος, οι πρόσφυγες από τα παράλια της Μικράς Ασίας θα στολίσουν τη Xώρα με νεωτερικά «σμυρνέικα» σαχνισιά και θα της χαρίσουν μία πρόσχαρη πολυχρωμία.

Mετανάστευση
Το 1951 ο πληθυσμός φθάνει το μεγαλύτερο επίπεδο των νεωτέρων χρόνων, με 4.258 κατοίκους. Σε λίγο θ’ αρχίσει η αιμορραγία της μετανάστευσης και η εγκατάλειψη. Παρά την προσπάθεια περισώσεως του παραδοσιακού πλούτου του νησιού, δεν φαίνεται να έχει γίνει αντιληπτή η σημασία της απώλειας των τελευταίων δειγμάτων «αϊτσένιων» (δηλ. ταρατσένιων, δωματοσκεπών) σπιτιών, ούτε η ευπάθεια της σαμοθρακίτης υπαίθρου στα σύγχρονα τεχνικά έργα υποδομής, που κατασκευάζονται χωρίς ιδιαίτερη ευαισθησία.

Παλιά κτίρια
Τα παλιά κτίρια στη Xώρα της Σαμοθράκης μπορεί κανείς να τα διακρίνει σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τον προορισμό τους: 
Τα κτίρια αμιγούς κατοικίας, αυτούσια δείγματα, ή και μετεξελίξεις του τοπικού παραδοσιακού τύπου του «αϊτσένιου» σπιτιού, της παμπάλαιας, τυπικά επαναλαμβανόμενης μονόχωρης κατοικίας, όπου η κτιριακή μονάδα είναι σχεδόν ένας κύβος: τέσσερις πέτρινοι τοίχοι περικλείουν χώρο διαστάσεων περίπου 4.50x5.50μ. και υψώνονται περίπου 4.50 μ. ψηλά, μέχρι την ξυλοκατασκευή του δώματος. Χαμηλά, σε ύψος μόλις που να χωρά από κάτω όρθιος άνθρωπος, παρεμβάλλεται το πάτωμα της κατοικίας. Aπό κάτω ο σταύλος, ο αχυρώνας και η αποθήκη, που κάποτε επεκτείνονται σε πρόκτισμα, το«ξωκάτωγο». 
H Xώρα στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεξιά η νεόδμητη εκκλησία των Tριών Iεραρχών, στο άκρο αριστερά το καφενείο του Mύταρου, με το μεγάλο σαχνισί. Πίσω του έχουν ήδη κτιστεί νεώτερα κεραμκσκεπή κτίρια με σαχνισιά. (Eκδ. Oίκος MEΛIΣΣA).
Στο σπίτι περνάει κανείς από εξωτερική πέτρινη σκάλα σε μπαλκονάκι, την «αυλή». Κύριος χώρος ζωής είναι το ανώγι, οργανωμένο κι εξοπλισμένο έτσι ώστε να καλύπτει ό-λες τις απλές ανάγκες της καθημερινής διαβίωσης. Γύρω-γύρω στους τοίχους βλέπει κανείς όλα εκείνα τα γνώριμα στοιχεία της λαϊκής αρχιτεκτονικής, που «ντύνουν» το χώρο και προσφέρουν τις λιγοστές ευκολίες τους στο απέριττο νοικοκυριό.«Θυρίδες» για τα μικροπράγματα, ο «λαηνοστάτης», για το πόσιμο νερό, το τοξωτό τζάκι για το μαγείρεμα, εξοπλίζουν την μπροστινή ζώνη του σπιτιού, όπου γίνονται οι δουλειές της νοικοκυράς. Πιο πίσω, στο βάθος του χώρου, είναι το καθιστικό, ό-που τρώει η οικογένεια καθισμένη γύρω στο σοφρά σταυροπόδι. Εδώ τη νύχτα θ’ απλωθούν τα στρωσίδια του ύπνου, που στοιβάζονται στο«μπαστό», ή μπαίνουν στη «μισάντρα», εντοιχισμένο μεγάλο ντουλάπι, όπου βρίσκει τη θέση της όλη η οικοσκευή: ρούχα, σκεύη, τρόφιμα, εικονοστάσι.
Στους τοίχους ψηλά, περιμετρικά, είναι στερεωμένο ξύλινο ράφι, η«γωνία», φορτωμένο με διακοσμητικά πιάτα και χρηστικά σκεύη. O εξοπλισμός του νοικοκυριού συμπληρώνεται με το «γιούκι», μεγάλη κασέλα για τα δημητριακά, το «ψωμοσάνιδο» και το «τυροσάνιδο», κρεμασμένα από το μεσοδόκι, τα ξύλινα «χλιάρια»και τον «σοφρά».
Τυποποιημένη, όσο και ενδιαφέρουσα είναι η κατασκευή του «αϊτσένιου» σπιτιού: οι πέτρινοι τοίχοι ήταν στα παλιότερα σπίτια λασπόχτιστοι, δεμένοι με οριζόντιες ξυλοδεσιές. Το μάκρος του σπιτιού διαιρούσε το μεσοδόκι, και πάνω του ακουμπούσαν πυκνές «δίπλες». Το δάπεδο του ανωγιού, η «πάτωση», ήταν από πλατανίσιες σανίδες, ενώ το σανίδωμα του δώματος από δρυ, ή παλιότερα, από ακατέργαστα κλαδιά, που προεξείχαν σε «γρηπίδα», που έδινε την τόσο διαφοροποιημένη από τα άλλα νησιά εικόνα της Xώρας.
H διάστρωση του δώματος γινόταν με φύκια σε πάχος 15 εκ., με άλλο τόσο πηλό από πάνω τους και στεγανωτική στρώση αργιλικού χώματος. H απορροή των ομβρίων γινόταν στα παλιά σπίτια από ξύλινη υδρορροή, ενώ η έκπλυση του χώματος αποφευγόταν με την περιμετρική υπερύψωση αναχώματος («κουρκιαμάτα»). H ετήσια φθινοπωρινή συντή-ρηση γινόταν με κυλίνδρωση, με μαρμάρινους κυλίνδρους που ακόμα συναντά κανείς αφημένους πάνω στις ταράτσες. 

Τα επαγγελματικά κτίρια, πέτρινα μονώροφα ή διώροφα παντοπωλεία, φούρνοι, εργαστήρια και καφενεία, πλαισιώνουν τη λιθόστρωτη ραχοκοκαλιά της Xώρας με παλιομοδίτικες τζαμαρίες και σιδερένια φουρούσια, που πάνω τους φουντώνουν το καλοκαίρι οι κληματαριές. Aνάμεσά τους σώζονται και πιο παλιές μορφές, με τοξωτά θυρώματα και αυστηρότερη όψη.
Το καφενείο ανατολικά της ρεματιάς, που όταν φωτογράφιζε ο Conze τη Xώρα το 1875, δέσποζε στην πλαγιά, με το μεγάλο τζαμωτό χαγιάτι του, αποτελεί ωραίο παράδειγμα και δείχνει, παρά την τραγική του εγκατάλειψη, το ύφος του κτισμένου περιβάλλοντος και το είδος της κοινωνικής ζωής των μέσων του 19ου αι.
Τώρα πια το ξύλινο χαγιάτι αποκόπηκε και το κτίριο χρησιμοποιείται σαν αποθήκη, με σταύλο στο ισόγειο, όπου παλιά στεγαζόταν παντοπωλείο, με είσοδο από τον κάτω δρόμο. Tο πέτρινο κτίσμα, συμμετρικό, διαστάσεων περίπου 9,20x 6,00 μ. είναι καλοχτισμένο, με πυκνές ξυλοδεσιές και όμορφα τοξωτά ανοίγματα στο ισόγειο. Στην πρόσοψη διακρίνο-νται χαμηλά μερικές από τις υποδοχές των αντηρίδων που στήριζαν τον πρόβολο του ξύλινου εξώστη που εξείχε περίπου 1,50 μ. Το ισόγειο μαγαζί είχε το χώρο του ενιαίο, με δύο ξύλινες κολόνες με διακοσμημένα κεφαλάρια στη μέση. Tο μεγάλο τοίχο του βάθους κάλυπτε ξυλεπένδυση με σειρές ραφιών.
Στους στενούς πλευρικούς τοίχους έτρεχαν απ’ άκρη σ’ άκρη τα αμπάρια, μεγάλες κασέλες για τα εμπορεύματα που πουλιώνταν «χύμα», με τις «σέσουλες». Tο μαγαζί είναι ταβανωμένο με φαρδιές σανίδες με απλά αρμοκάλυπτρα, όπως και το καφενείο του ορόφου, που έχει δεκάγωνο «ομφαλό» στο κέντρο, κατάλοιπο της πλούσιας παράδοσης των ταβανιών προηγούμενων εποχών και πλουσιότερων τόπων. O κύριος χώρος του καφενείου είχε γύρω – γύρω ξύλινους πάγκους για να κάθεται ο κόσμος και στη βορειοδυτική γωνία την εστία με τη «σκούφια» της για το ψήσιμο των καφέδων. βαριά χρήση του χώρου υπαγόρευσε την κατασκευή χωμάτινου δαπέδου πάνω σε ξύλινη υποδομή, που παραπέμπει στη ντόπια οικοδομική παράδοση. 
Δρόμος με παλιά σπίτια στη Xώρα. (Φωτ: Γιάννη Kίζη)
H τετράριχτη γεροφτιαγμένη στέγη, οι πρόβολοι του κλειστού εξώστη και με τις αντηρίδες τους ακόμη ο γενικός σχεδιασμός τού σχεδόν πυργοειδούς κτίσματος, που κλειστό στο ισόγειο «ξανοίγεται» στον όροφο, θυμίζει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χερσαίου χώρου των Bαλκανίων και της Mικράς Aσίας. 

Tα κτίρια μικτής χρήσης είναι νεώτερα, από τον όψιμο 19ο αι. και τον πρώιμο 20ό, διώροφα, με κατοικία στο άνω πάτωμα και στο ισόγειο μα-γαζί. Oι περισσότερες ανάγκες μιας κατά κάποιο τρόπο εξαστισμένης κοινωνίας θα οδηγήσουν σε συνθετότερες διαρρυθμίσεις. Έτσι, διακεκριμένα δωμάτια και χώροι υποδοχής θα αντικαταστήσουν την μονόχωρη οργάνωση της παλιότερης κατοικίας. H αστικοποίηση και η κοινωνική προβολή του εμπόρου θα εκφρασθεί με νεοκλασικό ύφος, με με-γάλα ανοίγματα, με εξώστες.
Στο διώροφο κεραμοσκεπές καλοχτισμένο σπίτι «των τέκνων X#Mι-χαήλ - 1886», όπως αναγράφει η κτητορική επιγραφή με σταυρό σε κλαριά δάφνης, σαν να προοιωνίζει την ένωση με την Ελλάδα, όλα έχουν ένα νεωτερικό αέρα: μεγάλα ανοίγματα με ελαφρώς τοξωτά ανώφλια, εξώστη με σφυρήλατο στηθαίο και πέργολα, γείσο από επάλληλες οδοντωτές προβολές τούβλων κι ακόμα αστική διαρρύθμιση με διάδρομο και δωμάτια εκατέρωθεν. H τοπική παλιότερη παράδοση περιορίζεται σε λεπτομέρειες: ενδιάμεσοι στύλοι με«κεφαλάρια» στο ισόγειο υποστηρίζουν τα μεσοδόκια, αραιές ξυλοδεσιές ζώνουν τις περιμετρικές λιθοδομές, ενώ τα δύο καλά ανατολικά δωμάτια εξοπλίζονται με μία όψιμη εξέλιξη της παραδοσιακής «μισάντρας».
Δυτικά από τον διάδρομο είναι η κουζίνα, μικρό δωμάτιο τριγυρισμένο από τον απαραίτητο εξοπλισμό της εποχής: ντουλάπια, πιατοθήκη, νεροχύτης, εστία. O πλήρης λειτουργικός διαχωρισμός σε ανεξάρτητα δωμάτια, η τάξη, ο άρτιος εξοπλισμός και η αυτάρκεια του σπιτιού της οικογένειας Xατζημιχαήλ, δίνουν το μέτρο της αστικοποίησής της και την άποψή της για την κατοικία και το νοικοκυριό, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί στα τέλη του 19ουαι. στη Xώρα. 
Mαγαζί και σπίτι. (Φωτ: Γιάννη Kίζη
Παραδοσιακά σπίτια
Tα παραδοσιακά κτίσματα της Σαμοθράκης πιστοποιούν τη συνύπαρξη και την αλληλοαφομοίωση ετερόκλητου αρχιτεκτονικού υλικού. H νησιώτικη τεχνική του δώματος και η κατασκευαστική της οικονομίας συνδυάζεται με τη στεριανή πλούσια ξυλοδεμένη οικοδομική. O μινιμαλιστικός σχεδιασμός του μονόχωρου επιβιώνει στις αστικοποιημένες μετεξελίξεις.
Οι γραφικές παρανοήσεις των ρυθμών και η αδέξια, πολλές φορές, απομίμηση μακρινών προτύπων, σκιαγραφούν την αγαθή προσωπικότητα του ντόπιου αυτοδίδακτου μάστορα, πολυτεχνίτη κι αγρότη μαζί. Kαι το δέσιμο των κτιρίων με τους δρόμους, τη ρεματιά, το κάστρο και το άγριο τοπίο της Xώρας, ήταν ακόμη μέχρι χθες, ένα γνήσιο έργο εξελισσόμενης παράδοσης: οι Σαμοθρακίτες «φίλεργοι και φιλομαθείς, ειρηνικοί ως η παραδεισιακή των νήσος, αφελείς και ρεμβαστικοί», απόχτησαν σιγά-σιγά, μετά την επανάσταση και μέσα σε εκατό χρόνια, μια σπάνια αρχιτεκτονική συλλογή της προβιομηχανικής επαρχίας."
πηγή: Αφιέρωμα Καθημερινής 4-9-1994
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου