Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Υδραλέτης... Σαμοθράκη 1875

  Φωτογραφία που απεικονίζει Νερόμυλο σε κοίτη υδάτινου ρεύματος πλησίον της Χώρας Σαμοθράκης. Η συγκεκριμένη φωτογραφία ελήφθη κατά την διάρκεια της δεύτερης αυστριακής αρχαιολογικής αποστολής, όπου συμμετείχε και ο Γερμανός αρχαιολόγος Alexander Conze, στη Σαμοθράκη το 1875.
  Η φωτογραφία προέρχεται από το έργο του A. Conze, "Neue Archaelogische Untersuchungen auf Samothraki- (Alexander Conze, Alois Hauser, Otto Benndorf), Εκδόσεις Gerold, Wien 1880" Πίνακας LXXIII. Φέρει δε τον τίτλο "Das Mühlenthal beim Dorfe von Nordwesten her gesehen"
Η κοιλάδα (μισγάγκεια*)  του μύλου   κοντά στο Χωριό, ιδωμένη από ΒΔ κατεύθυνση.
*Μισγάγκεια = Η γραμμή που ακολουθεί το χαμηλότερο τμήμα μιάς κοιλάδος, είτε ευρίσκεται υπό το ύδωρ, είτε όχι. Γενικώς, η γραμμή που ακολουθεί το βαθύτερο ή διάμεσο τμήμα μιάς κοίτης.
  Ο νερόμυλος είναι η πρώτη μηχανή με σκοπό την παραγωγή (1ος αι.π.Χ.). Συνδυάζει τον υδροτροχό (φτερωτή) για την ανύψωση του νερού -γνωστό ήδη στη Μεσοποταμία- με τον περιστροφικό μύλο. Διαδόθηκε στην Ευρώπη και στο Βυζάντιο. Τον 18ο και 19ο αι. κυριαρχεί στο βορειοελλαδικό χώρο ως εργαστήριο άλεσης σιτηρών, ενώ προς το τέλος του 19ου αι. σε ορισμένες πόλεις της Μακεδονίας κυρίως οι νερόμυλοι συγκροτούν τις πρώτες βιομηχανικές μονάδες. Έρευνα του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας - Θράκης για την χρονική περίοδο 1700 - 2003 εντόπισε ως σήμερα 2081 νερόμυλους στη Μακεδονία και τη Θράκη, από τους οποίους 31 ακόμη λειτουργούν, παρά την πλήρη επικράτηση των κυλινδρόμυλων στον 20ο αι.
  Στη παρούσα ανάρτηση θα γίνει µια σύντομη παρουσίαση της ιστορικής εξέλιξης των Νερόμυλων στην Ελλάδα αλλά και των μυλοτόπων της Σαμοθράκης.

Νερόμυλοι
  Υπάρχουν τρία είδη μύλων που μπορούμε να διακρίνουμε ανάλογα με το είδος της ενέργειας που εκμεταλλευόμαστε, για να κινήσουμε την μυλόπετρα. Ο ανεμόμυλος όπου χρησιμοποιείται η αιολική ενέργεια, ο νερόμυλος στον οποίο εκμεταλλευόμαστε την δύναμη του νερού και τέλος υπάρχουν οι σύγχρονοι μύλοι οι οποίοι είναι πλέον ηλεκτρικοί.
  Ο νερόμυλος είναι η πρώτη μηχανή παραγωγής έργου που κατασκεύασε ο άνθρωπος με τη χρήση φυσικής, ήπιας και ανανεώσιμης πηγής ενέργειας. Με τη δύναμη που δημιουργεί η πτώση του νερού από ψηλά ή η ροή του και με τη βοήθεια του τροχού, εφεύρεση που άλλαξε την ανθρώπινη ιστορία, κινήθηκαν απλές και στη συνέχεια πολύπλοκες μηχανές, που κάλυψαν τις περισσότερες ανάγκες των προβιομηχανικών κοινωνιών, αντικαθιστώντας στις πρώιμες μηχανές την ανθρώπινη ή ζωϊκή δύναμη (χειρόμυλοι και ζωόμυλοι), κινητήριες δυνάμεις πριν το νερό και τον αέρα.
  Ο αλεστικός νερόμυλος είναι πιθανότατα εξέλιξη των όρθιων αντλητικών τροχών υδροδότησης των πρώτων οργανωμένων οικιστικών συνόλων και των καλλιεργειών τους στις εύφορες κοιλάδες των ποταμών της Μεσοποταμίας.
  Αν εξαιρέσουμε τον υδροτροχό της αθηναϊκής αγοράς, ο ελληνικός νερόμυλος περιγράφεται από τον Φίλωνα τον Βυζάντιο (3ος αιώνας π.Χ.). Κατασκευές όμως αναφέρονται από τον Στράβωνα και από τον Αντίπατρο τον Θεσσαλονικέα.
  Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία που έχουμε για την ύπαρξη νερόμυλου, είναι από τον Στράβωνα, ο οποίος περιγράφοντας τα ανάκτορα του βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Ευπάτορα στα Κάβειρα, αναφέρει «[...] εν δε τοις Καβείροις τα βασίλεια Μιθριδάτου κατεσκευάσατο και ο υδραλέτης[...]». Εκεί τον βρήκαν το 64 π.Χ. οι Ρωμαίοι κατακτητές. Στη συνέχεια, ο Βιτρούβιος, στο έργο του "De architectura", μας δίνει την πρώτη περιγραφή του το 25 μ.Χ. Διαδόθηκε απ’ τους Ρωμαίους τον 1ο μ.Χ. αιώνα σε Ανατολή και Δύση, επιβιώνοντας ως τα μέσα του 20ού αιώνα.
Τομή υδρόμυλου σε λειτουργία (σχέδιο Ντόνα Πλατανιώτου
από την εικονογράφηση του βιβλίου "Ένας νερόμυλος του Αιγαίου"
με κείμενα των Γ. Σπέη, Κ. Παλαιολόγου και Ν. Παντελάκη).
  Ο νερόμυλος εξαπλώθηκε γρήγορα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπου χτίστηκαν συγκροτήματα στα οποία χρησιμοποιήθηκαν πολλές μυλόπετρες. Οι Ρωμαίοι, παρότι γνώριζαν τις δυνατότητες του νερόμυλου, δεν έχτισαν πολλούς, γιατί δεν τους ενδιέφερε η εξοικονόμηση ανθρώπινης εργασίας.
  Το νερόμυλο με τη συνήθη του μορφή εισήγαγε στα Βαλκάνια από τον Πόντο ο Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης το 960 μ.Χ. Ο νερόμυλος στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε κυρίως για την παρασκευή αλευριού, για πλιγούρι και για ζωοτροφή, και δευτερευόντως για την άντληση νερού, για την κίνηση φυσερών σε φούρνους, πριονιστηρίων, αγγειοπλαστικών τροχών, μηχανών τεμαχισμού κ.α.
  Οι νερόμυλοι είχαν ευρεία διάδοση στην ηπειρωτική Ελλάδα καθώς και στο εσωτερικό των μεγάλων νησιών, αρκεί να υπήρχε κοντά κάποιο ποτάμι, που έστω και εποχιακά να εξασφάλιζε νερό. Στη Βυζαντινή εποχή το κράτος έλεγχε τα μυλοτόπια και οι νερόμυλοι για τα μέτρα της εποχής αποτελούσαν τεράστιες βιομηχανικές κρατικές ή μοναστηριακές επιχειρήσεις με τεράστια οικονομική σημασία. Ειδική υπηρεσία των βυζαντινών καθόριζε τα κατάλληλα μέρη να κτιστεί μύλος, τα αποκαλούμενα μυλοτόπια. Το μυλοτόπι, ανεξάρτητα του αν είχε ή δεν είχε μύλο κτισμένο, απέδιδε στο δημόσιο ετήσιο φόρο.
  Μετά την επανάσταση του 1821 βρέθηκαν στην Ελλάδα 6.000 νερόμυλοι από τους οποίους οι 5.500 περιήλθαν μεν στο δημόσιο, κατεστραμμένοι δε κατά τα τρία τέταρτα.



Οριζόντια φτερωτή
Όρθια ρωμαϊκή φτερωτή
νερόμυλου
  Οι βασικοί τύποι νερόμυλου που λειτούργησαν είναι δύο: ο παλαιότερος «ρωμαϊκός» με όρθια εξωτερική φτερωτή και ο νεότερος «ανατολικός» ή βυζαντινός, με οριζόντια εσωτερική. Ονομάστηκε δε έτσι γιατί είχε εξαπλωθεί στο βυζαντινό κράτος. Στο Γεωργικό Νόμο του Ιουστινιανού μάλιστα, συμπεριλαμβάνονται ειδικές διατάξεις για τη λειτουργία του. Στην Ελλάδα λειτούργησαν και οι δύο τύποι νερόμυλου (ρωμαϊκός και ανατολικός).
  Κυρίως όμως λειτούργησε ο ανατολικός ή ελληνικός με εσωτερική οριζόντια φτερωτή με μικρή ροή νερού γεγονός που έκανε απαραίτητη την υδατόπτωση. Το σύνολο των μύλων που σώθηκαν στην Ελλάδα είναι δείγματα πρωτογενούς προβιομηχανικής τεχνολογίας.
  Είναι αξιοσημείωτο ότι στην περίπτωση του αλέσματος το κάθε παλαιότερο στάδιο αλέσματος δεν εκτοπίζονταν από το νεώτερο. Έτσι ως τις αρχές του 20ου αιώνα εξακολουθούσαν να δουλεύουν παράλληλα χειρόμυλοι, ζωόμυλοι, νερόμυλοι και ανεμόμυλοι. Σε όλους αυτούς τους μύλους είναι φανερή η εξέλιξη της εκμετάλλευσης των ήπιων (φυσικών) μορφών ενέργειας: της ανθρώπινης μυϊκής δύναμης (γουδιά, τριπτήρες, χειρόμυλοι, ανθρωπόμυλοι), της ζωικής (ζωόμυλοι), της υδραυλικής (νερόμυλοι) και της αιολικής (ανεμόμυλοι).
  Ο αλεστικός νερόμυλος αναμφίβολα κατέχει την πρώτη θέση με τη συμβολή του στην άλεση των καρπών της γης σε αλεύρι, την πρώτη ύλη για τον «άρτον τον επιούσιον», το βασικό είδος διατροφής του ανθρώπου. Συναντούμε όμως και παρεμφερείς λειτουργίες του (με σχετικές τροποποιήσεις), όπως ο σουσαμόμυλος για το άλεσμα σουσαμιού και την παραγωγή σουσαμόλαδου, ο μπαρουτόμυλος για την παρασκευή μπαρουτιού, ο ταμπακόμυλος για το άλεσμα δεψικών υλικών χρήσιμων στη βυρσοδεψία, ο ελαιόμυλος (ελαιοτριβείο) για τη παραγωγή λαδιού κ.α. Επίσης συναντούμε και τα συγγενικά υδροκίνητα συστήματα, ξύλινα μαντάνια και νεροτριβές, κινητά συναρμολογούμενα ξύλινα νεροπρίονα.
  Η λειτουργία του βασίζεται στην περιστροφή της απαναριάς μυλόπετρας, στην ακίνητη καταριά μυλόπετρα, χάρις στην περιστροφή της όρθιας (κατακόρυφης) ή οριζόντιας φτερωτής που είναι τοποθετημένη κάτω απ’ τον μύλο (χούρχουρη) και γυρίζει με τη δύναμη του νερού που πέφτει από ψηλά μέσα σε κτιστούς υδατόπυργους ή ξύλινους σωλήνες (τα βαγένια).
  Συχνά το νερό οδηγείται απ’ την πηγή μέσα σε λιθόκτιστα μυλαύλακα (νεραύλακα), μερικές δε φορές και με τη βοήθεια εντυπωσιακών υδραγωγείων που καταλήγουν στον υδατόπυργο.
  Το πολύτιμο νερό κινούσε ένα νερόμυλο, όμως συνηθέστερα είναι τα συγκροτήματα αλεστικών μύλων, συχνά σε συνδυασμό με εγκαταστάσεις περισσοτέρων μορφών υδροκίνητων εργαστηρίων (αλευρόμυλους, λιοτρίβια, νεροπρίονα, μαντάνια και εκκοκιστήρια, μονάδες παραγωγής ρεύματος κ.ά.) για την εξοικονόμηση του νερού.
   Τα κτίσματα των υδροκίνητων εργαστηρίων είναι απλά, με στοιχεία στη δόμηση και στέγαση ανάλογα με την τοπική αρχιτεκτονική. Τα περισσότερα λιθόκτιστα κτίρια είναι απλά ορθογωνικά 4μ πλάτος και μήκος 8-12 μ. Είναι συνήθως ισόγεια μονόχωρα και όταν εκτός από μύλος χρησίμευαν και για κατοικία του μυλωνά, είχαν και άλλους μεγαλύτερους χώρους. Είχαν μια δίφυλλη πόρτα και 2-3 παράθυρα με σιδεριές και πάτωμα χωμάτινο ή πλακόστρωτο. Η στέγη σύμφωνα με τις συνήθειες της περιοχής είναι ξύλινη (μονόριχτη , δίριχτη ή τετράριχτη) σκεπασμένη με σχιστόπλακες ή χειροποίητα.
  Ο σταυρός, τα αρχικά του ονόματος ιδιοκτήτη κι η χρονολογία κατασκευής του μύλου χαράσσονται συνήθως σε πλάκα πάνω απ’ την είσοδο του νερόμυλου. Αντίστοιχα, στους ευρωπαϊκούς νερόμυλους, που συνήθως ανήκαν στους τοπικούς άρχοντες ή σε εκκλησιαστικά κέντρα, υπάρχει το σχετικό εραλδικό σύμβολο. Το δίκαιο του νερού όριζε αυστηρά τη χρήση του για τη λειτουργία του νερόμυλου, σε συνδυασμό με το πότισμα των καλλιεργειών.
  Οι περισσότεροι νερόμυλοι εγκαταλείφθηκαν απ’ τη δεκαετία του 1950. Το υδάτινο περιβάλλον κι η ανθρώπινη επέμβαση ή αδιαφορία γρήγορα τους εξαφανίζουν. Επειδή, όμως, ο ρόλος τους πριν τη χρήση του ατμού και του πετρελαίου στις προβιομηχανικές κοινωνίες, καθώς και οι τεχνολογικές λεπτομέρειες είναι σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και τις ποικίλες πολιτιστικές εκφράσεις των τοπικών κοινωνιών, οφείλουν η πολιτεία και οι πολίτες να τους διασώσουν.
  Ο Ν. 3028/2002 του ΥΠ.ΠΟ. «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2β την έννοια των μνημείων ως «πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες που ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία» βάσει των διακρίσεων σε αρχαία, βυζαντινά και μεταβυζαντινά έως το 1830, καθώς και νεώτερα μετά το 1830 ακίνητα και κινητά.
  Αναλυτικότερα, στο άρθρο 6 παρ. 1 ορίζονται ως ακίνητα μνημεία: α) τα αρχαία που χρονολογούνται έως και το 1830, β) τα νεότερα προγενέστερα των 100 ετών, γ) τα νεότερα που ανάγονται στην περίοδο των εκάστοτε τελευταίων εκατό ετών και χαρακτηρίζονται μνημεία λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής, κοινωνικής εθνολογικής, λαογραφικής τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας.
Όμως, ενώ στα αρχαία δεν απαιτείται έκδοση διοικητικής πράξης (6,4) για τα ακίνητα των 6β και 6γ του άρθρου 6 παρ. 1, η Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ) εκδίδεται με εισήγηση της Υπηρεσίας και γνώμη του σχετικού Συμβουλίου.
  Επειδή στον ελλαδικό χώρο υπολογίζονται περισσότερα των 40.000 υδροκίνητα εργαστήρια, απλοί νερόμυλοι, ή σύνθετα υδροκίνητα συγκροτήματα, απαιτείται ο επιτόπιος εντοπισμός και η καταγραφή τους ανά Δήμο ή Περιφέρεια, η αξιολόγηση και η ανάλογη μουσειακή ή άλλη χρήση στις σχετικές προτάσεις διάσωσής τους. 

Σαμοθράκη
  Στη Σαμοθράκη λόγω της αφθονίας των ανανεώσιμων υδατικών πόρων λειτουργούσαν αρκετοί νερόμυλοι στο παρελθόν. Η επιλογή της κατάλληλης θέσης είχε ιδιαίτερη σημασία για την κίνηση του μύλου, διότι δεν αρκούσε η ποσότητα και η συνεχής ροή του νερού. Ήταν απαραίτητη και η επαρκής υψομετρική διαφορά που δημιουργεί υδατόπτωση.
  Ο νερόμυλος είναι συνήθως σύνθετη τεχνική εγκατάσταση, ένα συγκρότημα που αξιοποιεί πολλαπλά την υδατόπτωση και είναι δυνατόν να περιλαμβάνει, εκτός από το μύλο και μπατάνι. Κτίσμα συνήθως απλή ορθογώνια λιθόκτιση κατασκευή, με ένα, ή σπανιότερα δύο παράθυρα, και μια πόρτα. Η κατασκευή του κτίσματος του νερόμυλου ακολουθεί την τοπική αρχιτεκτονική συνήθεια και μέθοδο όπως είχε διαμορφωθεί από τα διαθέσιμα υλικά, εν προκειμένω τα κτίρια είναι λιθόκτιστα. Εσωτερικό εξοπλισμένο με όλα τα απαραίτητα εργαλεία και σκεύη για τη συγκέντρωση του καρπού και την αποθήκευση του αλευριού.
  Στη Χώρα είναι τα ερείπια του νερόµυλου του Χαζηστεφάνου, που µέχρι τα µέσα της δεκαετίας του '80 αποτελούσε το καλύτερα σωζόµενο και αντιπροσωπευτικότερο δείγµα του Σαµοθρακίτικου νερόµυλου.
  Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτουργούσαν στη Σαμοθράκη εννέα νερόμυλοι, κυρίως ελαιόμυλοι, στα νοτιοδυτικά του νησιού. Υπήρχε και ελαιόμυλος στη Χώρα αλλά λειτούργησε από το 1901 μέχρι το 1910. Στο ΒΑ τμήμα της Σαμοθράκης λειτουργούσε και ο καλογερικός μύλος της Άνω Μεριάς μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960.
  Οι ελαιόμυλοι (λιοτρίβια) κτίστηκαν μεταξύ του 1896 και του 1925, και θεωρείται ότι έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ένταξη της νήσου στο βιομηχανικό τρόπο παραγωγής. Ηταν μακρόστενα, πετρόκτιστα κτίρια, των οποίων το συνολικό εμβαδόν κυμαίνεται μεταξύ 70 και 584 τετραγωνικών μέτρων. Σε αυτά συμπεριλαμβάνονται το κυρίως ελαιουργείο με τις μυλόπετρες, το πιεστήριο, αποθήκες με κιούπια για το ελαιόλαδο και αμπάρια για τον ελαιόκαρπο. Μερικοί από τους λαδόμυλους λειτουργούσαν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας 1980.
 Το λιοτρίβι, χρησίμευε για την σύνθλιψη των καρπών της ελιάς και με διάφορες μορφές του - χειροκίνητος αρχικά ή ζωοκίνητος αργότερα - είναι γνωστός από την αρχαιότητα. Είχε τεράστια εξάπλωση στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές του ελληνικού χώρου και ο ζωοκίνητος χρησιμοποιείται ως σήμερα σε μικρά χωριά. Ο υδροκίνητος αρχικά δούλεψε με οριζόντια μικρή φτερωτή "ανατολικού" τύπου και οι πρώτες εγκαταστάσεις έγιναν σε τροποποιημένους παλιούς νερόμυλους.
Λάκκωμα Σαμοθράκης. Μεγάλη εξωτερική όρθια φτερωτή (ροδάνα),
υδροκίνητου ελαιοτριβείου, μικτής κατασκευής με χρήση ξύλου
και σιδήρου. Διακρίνονται τα φατνώματα που γέμιζαν με νερό.
  Οι εντυπωσιακοί σε μέγεθος σιδερένιοι τροχοί, των οποίων η διάμετρος έφτανε και τα 12,5 μέτρα, αρχικά εισαγόνταν με τον υπόλοιπο μηχανισμό από εργοστάσια του εξωτερικού και συναρμολογούνταν επί τόπου, ενώ αργότερα τους έφτιαχναν τοπικά μηχανουργεία. Ήταν απαραίτητο να είναι μεγάλοι, διότι έπρεπε να κινούν τους όρθιους κυλινδρικούς μονόλιθους που είχαν μεγάλο βάρος, αναγκαίο να συνθλίβουν και να πολτοποιούν τις ελιές. Σε μικρότερες εγκαταστάσεις με λιγότερη παραγωγή και πιο ελαφρές μυλόπετρες, αρκούσαν τροχοί με διάμετρο γύρω στα 4 μέτρα.
Η μεγάλη εξωτερική όρθια φτερωτή (ροδάνα),
 του ελαιοτριβείου. Photo by StefanosS
  Τα κτίρια που στέγαζαν τους εξελιγμένους αυτούς μηχανισμούς, ήταν μακρόστενα συνήθως με παρατακτική κατανομή των χώρων. Έτσι έχουμε κατά σειρά το ελαιουργείο, όπου οι πέτρες συνέθλιβαν τον καρπό, το πιεστήριο, τα κούπια για την αποθήκευση του λαδιού και τις αποθήκες του ελαιοκάρπου. Σήμερα όλα τα υδροκίνητα λιοτρίβια έχουν εγκαταλειφθεί και τα κτίσματά τους χρησιμεύουν για άλλες δραστηριότητες.
Το υδροκίνητο ελαιοτριβείο στο Λάκκωμα σε
μεταγενέστερη φωτογραφία. Photo by StefanosS
   Στον Ξηροπόταµο διασώζεται σε καλή κατάσταση το ελαιοτριβείο του Πλ. Τερζή. Αρχικά ήταν υδροκίνητο, στη συνέχεια λειτουργούσε µε τουρµπίνα µέχρι το 1971 που τελικά έγινε ηλεκτροκίνητο.
  Στο Λάκκωµα, στο δρόµο για την Παχιά Άµµο, είναι τα ερείπια του ελαιοτριβείου του Γ. Χανού. Λειτούργησε από το 1925 έως το 1985. Από ένα σηµείο και ύστερα λειτουργούσε µε υδρο-τουρµπίνα και µετά ο ιδιοκτήτης του έφερε την πρώτη πετρελαιοµηχανή στο νησί. Συνιστά το µνηµειακότερο βιοµηχανικό κτίσµα του νησιού, αφού  αποτελεί ένα από τα ελάχιστα και πλέον σημαντικά παραδείγματα μύλου, με κατακόρυφη φτερωτή, που υπάρχουν στην Ελλάδα γενικότερα.
  Συνεχίζοντας τη ρεµατιά υπάρχουν άλλα δύο του ∆. Αθανασιάδη, επίσης ερείπια. Το πρώτο 1896- τέλη 1960, υδροκίνητο πάντα. ∆εύτερο 1912- τέλη 60, στην αρχή µε τουρµπίνα και µετά πετρελαιοκίνητο.
  Όπως βλέπουμε οι Σαμόθρακες ενταγμένοι στη φύση –τροφό τους, λειτουργούσαν στο μέτρο πάντοτε των πραγματικών τους αναγκών και τα έργα τους ήταν προέκταση της φύσης.
  Με την χρήση του του πετρελαίου και του ηλεκτρισμού, οι νερόμυλοι σταδιακά παραμερίστηκαν και πέρασαν οριστικά στην Ιστορία. Γρήγoρα το υδρόβιο περιβάλλον των νερόμυλων χωρίς  την ανθρώπινη φροντίδα εξαφανίσθηκε καθώς επίσης τα κτίσματα και μαζί τους τις ιστορίες, τα τραγούδια και τις παραδόσεις, ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας και της τεχνολογίας  για τους   μύλους  και τους μυλωνάδες τους.
  Η αναπαλαίωση των συγκεκριμένων νερόμυλων έχει πολλαπλή σημασία ως δείγμα της πρόσφατης ιστορίας και λαϊκής οικονομίας του νησιού. 
   Η προσπάθεια επαναφοράς τους - σήμερα - συμβάλλει στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, μια υποχρέωση των παλαιότερων γενεών  προς τις νεώτερες. Στην προσπάθεια αυτή εντάσσεται η αναπαλαίωση του παραδοσιακού νερόμυλου στην είσοδο της Χώρας, η διαμόρφωση και ανάδειξη της γύρω περιοχής, όπως προτάθηκε από τον δήμαρχο Σαμοθράκης (5/12/2011) με επιστολή του, προς τον αναπληρωτή Υπουργό Υ.ΠΕ.Κ.Α. Νίκο Σηφουνάκη.
Πηγές  
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου