Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Η αρχή της δεδηλωμένης

Η αρχή της δεδηλωμένης είναι όρος του Συνταγματικού Δικαίου και ορίζει ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει τη «δεδηλωμένη» εμπιστοσύνη της Βουλής. Σύμφωνα με την αρχή αυτή η κυβέρνηση οφείλει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή, ενώ η τελευταία διατηρεί το δικαίωμά της να άρει την εμπιστοσύνη της υπό προϋποθέσεις με ψήφο δυσπιστίας ύστερα από πρόταση μομφής. Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζεται η δημοκρατική
νομιμοποίηση της κυβέρνησης, η οποία συνήθως, σε αντίθεση με το Κοινοβούλιο, δεν εκλέγεται απευθείας από τον λαό, αλλά διορίζεται από τον ανώτατο άρχοντα της χώρας.
Στην Ελλάδα η αρχή της δεδηλωμένης καθιερώθηκε άτυπα το 1875 . Ως τότε ίσχυε η λεγόμενη «θεωρία του κηπουρού»: ο Βασιλιάς μπορούσε να διορίσει πρωθυπουργό όποιον ήθελε, ακόμα και τον κηπουρό του. Αιτία για την καθιέρωση της αρχής της δεδηλωμένης ήταν άρθρο του Χαριλάου Τρικούπη στην εφημερίδα «Καιροί» της 29.6.1874 με τον τίτλο «Τίς πταίει», στο οποίο κατηγορούσε τον βασιλιά, επειδή διόριζε κατά βούλησιν πρωθυπουργούς από τα κόμματα της μειοψηφίας χωρίς να λαμβάνει υπ’όψιν του τα αποτελέσματα των εκάστοτε βουλευτικών εκλογών. Ο Γεώργιος ο Α’ δεσμεύτηκε τον Αύγουστο του 1875 στον λόγο του Θρόνου ενώπιον του Κοινοβουλίου ότι θα διόριζε στο εξής μόνο πρωθυπουργούς που θα απολάμβαναν την εμπιστοσύνη της Βουλής.[1]

[...]ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
1. Έννοια της δεδηλωμένης και διαφοροποίησή της από την αρχή της δεδηλωμένης.
Δεδηλωμένη είναι η προεμπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, δηλαδή η γνωστή πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης (επομένως και πριν από την ψηφοφορία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης) λόγω κομματικής σύνθεση του κοινοβουλίου, βούληση της πλειοψηφίας για υποστήριξη συγκεκριμένου κυβερνητικού σχήματος.
Αρχή της δεδηλωμένης είναι η αρχή κατά την οποία επιβάλλεται ο διορισμός κυβέρνησης πλειοψηφίας και απαγορεύεται ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας.
Ο όρος δεδηλωμένη αποτελεί τεχνικό νομικό όρο με τον οποίο χαρακτηρίζεται δεδομένη συνταγματικοπολιτική κατάσταση στο κοινοβούλιο. Δεδηλωμένη και αρχή της δεδηλωμένης δεν ταυτίζονται. Η πρώτη αποτελεί πραγματική κατάσταση ενώ η δεύτερη κανόνα δικαίου,συνταγματική αρχή. Η διαφορά αλλά και η σχέση των δύο όρων – και των εννοιών που εκφράζουν – ανάγεται στη διαφοροποίηση, αλλά και την σύνδεση του «δέοντος» (Sollen) και του «είναι» (Sein). Η δεδηλωμένη αποτελεί το «είναι» αντίθετα η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί το «δέον». Ενώ η δεδηλωμένη ως terminus technicus εκφράζει απλά ένα συνταγματικό μέγεθος, το γνωστό δηλαδή αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήδη πριν τη διεξαγωγή της, η αρχή της δεδηλωμένης βασιζόμενη στο δεδομένο αυτό, επιβάλλει δεσμεύσεις και προσδιορίζει τη διαδικασία ανάδειξης της κυβέρνησης.
Η άφιξη του πλοίου "Ελλάς"(πρώην "Αμαλία")
που έφερε το βασιλιά Γεώργιο Α' στην Ελλάδα

2. α) Ετυμολογία της αρχής της δεδηλωμένης.
Ετυμολογικά η λέξη «δεδηλωμένη» προέρχεται από το επίθετο δήλος που σημαίνει «φανερός». Εκφράζεται δηλαδή με τον όρο αυτό η ύπαρξη γνωστής πλειοψηφίας επομένως και (κατά κανόνα) η ύπαρξη (προ) εμπιστοσύνης. 

    β) Τα δύο στοιχεία της δεδηλωμένης: οντολογικό και βουλητικό
Η δεδηλωμένη, όπως προκύπτει από τον ορισμό, περιέχει δύο στοιχεία ως συνταγματικοπολιτικού status: το οντολογικό και το βουλητικό. Το οντολογικό εκφράζει τη δεδηλωμένη πλειοψηφία και το βουλητικό τη δεδηλωμένη βούληση της πλειοψηφίας. Τα δύο αυτά στοιχεία κατά κανόνα συνυπάρχουν, δηλαδή εφόσον υπάρχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία εκδηλώνεται και η βούληση υποστήριξης συγκεκριμένου κυβερνητικού σχήματος. Αν εντούτοις δεν συμπέσουν τότε εμφανίζεται το φαινόμενο της οιονεί δεδηλωμένης. Δεδηλωμένη ονομάζεται η κατάσταση κατά την οποία η βούληση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας η στρεφόμενη στην υποστήριξη συγκεκριμένου κυβερνητικού σχήματος είναι γνωστή ήδη πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης. Κατά συνέπεια οφείλει ο ανώτατος άρχοντας να διορίσει την κυβέρνηση που είναι ήδη γνωστό, ότι αν εμφανιστεί στο κοινοβούλιο θα εξασφαλίσει – σύμφωνα με την συνήθη πορεία των πραγμάτων. Προκύπτει έτσι ο χαρακτήρας της δεδηλωμένης ως προεμπιστοσύνης. Η δεδηλωμένη υπάρχει, δηλαδή η βούληση της πλειοψηφίας είναι πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης γνωστή, λόγω της κομματικής ιδιότητας των μελών του κοινοβουλίου. Όταν επομένως υπάρχει πλειοψηφία ικανή να σχηματίσει κυβέρνηση δεν απαιτείται ιδιαίτερη διακρίβωση της δεδηλωμένης. Αντίθετα αν δεν υπάρχει πλειοψηφία είναι απαραίτητη δημόσια δήλωση αρχηγού κόμματος ή κατά περίπτωση ανεξάρτητου βουλευτή ώστε να σχηματιστεί δεδηλωμένη.
Η δεδηλωμένη ως «δήλη» κατάσταση δεν χρειάζεται καταρχήν κάποια ιδιαίτερη διακρίβωση. Το βασικό κριτήριο από το οποίο προκύπτει είναι η αριθμητική δύναμη των κομμάτων. Εφόσον υπάρχει αυτοδύναμη πλειοψηφία υπάρχει δεδηλωμένη. Αν δεν υπάρχει αυτοδύναμη πλειοψηφία καταρχήν δεν υπάρχει δεδηλωμένη αλλά μπορεί να υπάρξει σύμπηξη μετεκλογικού συνασπισμού. Σε περίπτωση που κανένα κόμμα δεν έχει αυτοδύναμη πλειοψηφία απαιτείται έκφραση βούλησης η οποία καθιστά την πλειοψηφία δεδηλωμένη. 

3. Ο προσωρινός χαρακτήρας της δεδηλωμένης.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της δεδηλωμένης είναι ο προσωρινός της χαρακτήρας και μας ενδιαφέρει είτε αμέσως μετά τις εκλογές είτε κατά την διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, μετά όμως από παύση (που έχει ήδη καταργηθεί), παραίτηση ή καταψήφιση της κυβέρνησης ή και εφόσον πρόκειται να διαλυθεί η βουλή. Το κρίσιμο χρονικό διάστημα κατά το οποίο κρίνεται η ύπαρξη ή μη δεδηλωμένης, αρχίζει πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης και διαρκεί μέχρι τη διαδικασία για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης. Μετά δεν γίνεται πλέον λόγος για «δεδηλωμένη», δεν χρειάζεται να γίνεται λόγος για δεδηλωμένη. 
O Γεώργιος Α’ στηρίζει την ελιά,
το σύμβολο του κόμματος του Χαρίλαου Τρικούπη.
Λαϊκή εικόνα.

4. Είδη της δεδηλωμένης: Οιονεί δεδηλωμένη, σχετική δεδηλωμένη πλήρης ή τέλεια ή απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης, διαφορές σχετικής και απόλυτης αρχής της δεδηλωμένης, άλλα είδη της αρχής της δεδηλωμένης.
Οιονεί δεδηλωμένη είναι η ιδιόμορφη κατάσταση στο κοινοβούλιο, κατά την οποία, υπάρχει μεν η απαιτούμενη πλειοψηφία, όχι όμως και η απαραίτητη βούληση για τον σχηματισμό βιώσιμης κυβέρνησης. Επομένως στην οιονεί δεδηλωμένη συντρέχει το οντολογικό στοιχείο (πλειοψηφία) αλλά δεν συντρέχει το βουλητικό (προεμπιστοσύνη). Υπάρχει αριθμητικά η πλειοψηφία, πλην όμως λείπει η βούληση σχηματισμού κυβέρνησης. Ενώ υπάρχει πλειοψηφία στο κοινοβούλιο εντούτοις δεν υπάρχει δεδηλωμένη. Η οιονεί δεδηλωμένη φαίνεται ως δεδηλωμένη, πλην όμως δεν είναι (1).
Σύμφωνα με τα παραπάνω δύο είναι οι όροι της εμφάνισης της οιονεί δεδηλωμένης:
α) η ύπαρξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και
β) η έλλειψη βούλησης σχηματισμού κυβέρνησης
Η οιονεί δεδηλωμένη εξομοιώνεται με την έλλειψη, την ανυπαρξία δεδηλωμένης, δηλαδή με κατάσταση σχετικής πλειοψηφίας. Ως συνέπεια είναι οι λύσεις να είναι ίδιες με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες κανένα κόμμα δεν διαθέτει στο κοινοβούλιο την απαιτούμενη πλειοψηφία. Οι λύσεις αυτές εξαρτώνται βασικά από το ακολουθούμενο σύστημα της τέλειας ή ατελούς δεδηλωμένης. Οιονεί δεδηλωμένη εμφανίζεται και στο σύστημα της τέλειας και στο σύστημα ατελούς αρχής. Είναι όμως διαφορετικές οι λύσεις που παρέχονται σε κάθε περίπτωση. Ο γενικός κανόνας είναι πάντως κοινός και για τα δύο συστήματα. Οιονεί δεδηλωμένη εμφανίζεται κατά κανόνα μετά από παραίτηση της πλειοψηφίας και εφόσον, αφενός μεν η πλειοψηφία εξακολουθεί να διατηρείται, αφετέρου δεν στηρίζει άλλη κυβέρνηση
δηλαδή δεν μεταλλάσσεται δεν έχει βούληση σχηματισμού κυβέρνηση.
Η δεδηλωμένη ως συνταγματικοπολιτική κατάσταση με κριτήριο το αν απαγορεύεται ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας απόλυτα, ή μόνον όταν υπάρχει πλειοψηφία, διακρίνεται σε πλήρη ή απόλυτη και σε σχετική ή ατελή. 

Ατελής ή σχετική αρχή της δεδηλωμένης επέρχεται όταν πριν τον διορισμό του υπουργικού συμβουλίου υπάρχει πλειοψηφία είναι δυνατός ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας.
α) Η ατελής αρχή της δεδηλωμένης απαγορεύει τον διορισμό κυβέρνησης από την μειοψηφία, όταν υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία και βούληση στο κοινοβούλιο. Απαγορεύει δηλαδή τον διορισμό κυβέρνησης ασύγγνωστης μειοψηφίας.
β) Όταν όμως δεν υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία (και βούληση) στο κοινοβούλιο, επιτρέπεται ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας. Η ατελής αρχή της δεδηλωμένης, ενυπάρχει στο ελληνικό οικοδόμημα από τη διακήρυξη της το 1875. 

Πλήρης ή τέλεια, ή απόλυτη αρχή της δεδηλωμένης προκύπτει όταν πριν τον διορισμό του υπουργικού συμβουλίου υπάρχει πλειοψηφία ικανή να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση, πρωθυπουργός και υπουργοί διορίζονται οι υποδεικνυόμενοι από την μειοψηφία. Όταν δεν υπάρχει η απαραίτητη πλειοψηφία δεν είναι πάλι δυνατός ο διορισμός κυβέρνησης μειοψηφίας και προκηρύσσονται εκλογές.
Τα κριτήρια για την ύπαρξη τέλειας αρχής της δεδηλωμένης είναι:
α) Η απαγόρευση του διορισμού κυβέρνησης μειοψηφίας σε κάθε περίπτωση και με οποιαδήποτε μορφή.
Από τη βασική αυτή απαγόρευση συνάγονται οι εξής θετικές ρυθμίσεις:
β) Η αναγκαστική προσφυγή στις εκλογές, εφόσον δεν σχηματίζεται πλειοψηφία, προκειμένου να αναδειχτεί τέτοια πλειοψηφία από τις εκλογές και η απαγόρευση προεκλογικής κυβέρνησης μειοψηφίας.
Η τέλεια αρχή της δεδηλωμένης προκύπτει με σαφήνεια από τις ρητές συνταγματικές διατάξεις και εμφανίζεται με τον τρόπο αυτό, όχι κατά κυριολεξία expressis verbis, στο Σύνταγμα του 1986 μετά την αναθεώρηση του για πρώτη φορά.
Σύμφωνα με την τέλεια αρχή της δεδηλωμένης: ή κυβέρνηση πλειοψηφίας ή εκλογές. Αντίθετα στην τέλεια αρχή συνεπάγεται επίσης και άλλες συνταγματικές ρυθμίσεις. Από την τέλεια προκύπτει απόλυτη απαγόρευση διορισμού κυβέρνησης από την μειοψηφία. Αντίθετα από
την ατελή είναι δυνατός και ο διορισμός κυβέρνησης κυρίως όταν δεν υπάρχει η απαιτούμενη πλειοψηφία στο κοινοβούλιο.
Η δεδηλωμένη ως συνταγματικοπολιτική κατάσταση μπορεί να διακριθεί σε διάφορα είδη. Απαραίτητη είναι η εξέτασή της αναφορικά προς κάθε βουλευτική περίοδο. Παράλληλα θα πρέπει να διακρίνεται η πρώτη δεδηλωμένη κάθε κόμματος ή συνασπισμού την ίδια βουλευτική
περίοδο.
Σύμφωνα με την προέλευση της διακρίνεται σε εκλογική και μετεκλογική. Εκλογική είναι εκείνη, που προέρχεται από τις εκλογές.
Μετεκλογική είναι εκείνη, που σχηματίζεται κατά την διάρκεια της βουλευτικής περιόδου, ως αποτέλεσμα κοινοβουλευτικών συνεργασιών ή ανακατατάξεων. Επίσης εμφανίζεται ως αρχική ή ως επιγενόμενη πλειοψηφία. Διακρίνεται σε πρωτογενή υπέρ συγκεκριμένου κόμματος ή
συνασπισμού που σχηματίζεται για πρώτη φορά μέσα σε συγκεκριμένη βουλευτική περίοδο. Δευτερογενής είναι η επανεμφανιζόμενη δεδηλωμένη την ίδια βουλευτική περίοδο του ίδιου κόμματος ή συνασπισμού.
Ο όρος «δεδηλωμένη» εκφράζει συγκεκριμένη συνταγματικοποιτική κατάσταση, ότι δηλαδή είναι γνωστό πριν από τον διορισμό της κυβέρνησης, ποιά παράταξη διαθέτει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και επομένως η από την παράταξη αυτή διοριζόμενη κυβέρνηση θα
εξασφαλίσει (κατά τεκμήριο) ψήφο εμπιστοσύνης στη βουλή. 
Δεδηλωμένη υπάρχει όταν :
α) Όταν υπάρχει πλειοψηφία (κόμματος ή συνασπισμού, προεκλογικού ή μετεκλογικού) ικανή να στηρίξει βιώσιμη κυβέρνηση.
β) Εφόσον η πλειοψηφία εκδηλώνει βούληση σχηματισμού ή στήριξης κυβερνητικού σχήματος. 
Δεδηλωμένη δεν υπάρχει όταν :
α) Όταν δεν συγκεντρώνεται η απαιτούμενη πλειοψηφία, εφόσον δηλαδή δεν υπάρχει κόμμα ή συνασπισμός που να διαθέτει την απαραίτητη πλειοψηφία για τον σχηματισμό βιώσιμη κυβέρνησης.
β) Όταν υπάρχει πλειοψηφία πλην όμως, δεν υπάρχει ταυτόχρονα βούληση σχηματισμού κυβέρνησης. Αυτό συμβαίνει, εφόσον συγκεντρώνει μεν κάποιο κόμμα ή συνασπισμός την απόλυτη πλειοψηφία, πλην όμως δεν επιθυμεί να σχηματίσει ( ή να στηρίξει) κυβέρνηση, ή η εκδηλούμενη θέληση δεν λαμβάνεται νομικά υπόψη. 
Γελοιογραφία εποχής με το Θεόδωρο Δηλιγιάννη
να φορτώνει και άλλα βάρη στις πλάτες της Ελλάδας

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
1. Νομική φύση της αρχής της δεδηλωμένης.
Το ζήτημα της νομικής φύσης της αρχής της δεδηλωμένης είναι μερικότερο ζήτημα της νομικής φύσης της διακήρυξης. Το θέμα της νομικής φύσης της αρχής της δεδηλωμένης έχει πράγματι μιαν ιδιαιτερότητα, που του προσδίδει αυτή η ίδια η διακήρυξη του 1875 η οποία του προσθέτει άλλη διάσταση. Η έρευνα της νομικής σημασίας της διακήρυξης γίνεται ακόμη περισσότερο επιτακτική από το ότι το θέμα της νομικής φύσης της αρχής της δεδηλωμένης τίθεται ως ζήτημα που απασχολεί, όχι από τη γένεση του Συντάγματος αλλά από και με την διακήρυξη της αρχής.

Σύμφωνα με τις δύο υποστηρίξιμες ερμηνείες των άρθρων 588, 78 και του άρθρου 31, πρέπει να γίνει δεκτή εκείνη που δέχεται ότι η αρχή δεν περιέχεται στο Σύνταγμα του 1864. Αντίθετα στο Σύνταγμα του 1864 περιείχετο η αρχή της κοινοβουλευτικής διατήρησης της κυβέρνησης.
Ανάμεσα στην αρχή της κοινοβουλευτικής διατήρησης της κυβέρνησης και την αρχή της δεδηλωμένης υπάρχει, όσον αφορά το ζήτημα της ενσωμάτωσής τους στο Σύνταγμα του 1864, σημαντική διαφορά. Ενώ η βασική κοινοβουλευτική αρχή, η αρχή της διατήρησης περιείχετο στο Σύνταγμα από τη γένεσή του, αντίθετα η αρχή της δεδηλωμένης δεν «γεννήθηκε» ταυτόχρονα στο Σύνταγμα του 1864 και αποτελεί «νέο κανόνα». Η αρχή της δεδηλωμένης δεν έχει «αυτόμη διατύπωση», αλλά ούτε και «περιέχεται» με την ουσιαστική έννοια του όρου, στο αρχικό συνταγματικό κείμενο, δεν προκύπτει δηλαδή από τη συστηματική κλπ, ερμηνεία του αρχικού περιεχομένου των «κοινοβουλευτικών» και άλλων διατάξεων του Συντάγματος του 1864 υπό το φως πάντοτε της συνταγματικοπολιτικής πραγματικότητας. Το ότι η αρχή δεν περιέχεται στο αρχικό Σύνταγμα δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η επιγενόμενη ενσωμάτωσή της. Αντίθετα λεκτικά και νοηματικά είναι δυνατή η ένταξη της αρχή της δεδηλωμένης στο Σύνταγμα του 1864, πλην όμως δεν αποκλείεται απ’ αυτό. Εφόσον μεταβληθεί η συνταγματικοπολιτική πραγματικότητα θα μεταβληθεί και το περιεχόμενο των διατάξεων του Συντάγματος. Η αρχή της δεδηλωμένης μπορεί να ενσωματωθεί αρμονικά συνδυαζόμενη με τα «κοινοβουλευτικά» άρθρα του Συντάγματος.

Δυνατότητα ενσωμάτωσης και τελική ενσωμάτωση διαφέρουν σημαντικά. Το γεγονός ότι γίνεται δεκτή η δυνατότητα ενσωμάτωσης δεν σημαίνει οπωσδήποτε ότι η αρχή – το 1875 – ενσωματώθηκε στο συνταγματικό οικοδόμημα. Παραμένει ανοικτό το θέμα της τελικής ενσωμάτωσης της αρχής. Τελική απάντηση επομένως μπορεί να δοθεί μόνο μετά την εξέταση της εφαρμογής της αρχής για ένα ικανό χρονικό διάστημα μετά τη διακήρυξή της.


2. Ερμηνεία του άρθρου 37 του Συντάγματος. 
Στο άρθρο 37 παρ. 2 εδ. α΄ διασφαλίζεται ρητά η αρχή της δεδηλωμένης, δηλαδή η υποχρέωση του Πτδ να διορίσει Πρωθυπουργό τον αρχηγό κόμματος που έχει την απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή (151 τουλάχιστον στις 300 έδρες).
Το νέο στοιχείο που φέρνει η αναθεώρηση το άρ. 37 είναι η κατάργηση κάθε πολιτικής ευχέρειας του Πτδ να επιλέγει Πρωθυπουργό και να «κατασκευάζει» κοινοβουλευτική πλειοψηφία όταν από τις εκλογές δεν προκύπτει στη Βουλή μια απόλυτη πλειοψηφία ενός κόμματος ή ενός συγκεκριμένου συνασπισμού κομμάτων. Με τη νέα διατύπωση όταν στη Βουλή δεν σχηματίζεται απόλυτη πλειοψηφία ο ΠτΔ είναι υποχρεωμένος να δώσει διερευνητική εντολή στον αρχηγό του πρώτου κόμματος (δηλαδή στον αρχηγό της σχετικής πλειοψηφίας), για να εξακριβώσει αν μπορεί να σχηματίσει Κυβέρνηση που να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής και αν αυτή η εντολή αποτύχει, στον αρχηγό του δεύτερου και στη συνέχεια του τρίτου κόμματος. Μάλιστα, αν υπάρχουν δύο κόμματα ισοδύναμα στην Τρίτη θέση μπορεί να δοθεί και τέταρτη διερευνητική εντολή.
Οι υπαίτιοι του κακού, Τρικούπης και
Δηλιγιάννης, πρωταίτιοι της δικομματικής κατάληξης

Με την διερευνητική εντολή δεν σχηματίζεται Κυβέρνηση, δηλαδή δεν ορκίζεται ο εντολοδόχος Πρωθυπουργός και υπουργοί, ούτε έχει υποχρέωση να εμφανιστεί στη Βουλή για να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Ο εντολοδόχος απλώς διερευνά τις πολιτικές δυνατότητες, για να στηριχθεί μία κυβέρνηση – συνήθως συνεργασίας – στη Βουλή.

Με τις νέες διατάξεις καταργείται η γνωστή «θεωρία του κηπουρού» που σε κάποια μορφή είχε διατηρήσει το παλιό άρθρο 37 παρ. 4 και είναι απόλυτα ξεκάθαρες οι διαδικασίες σχηματισμού Κυβέρνησης, οι οποίες θα πρέπει να ακολουθήσουν μετά από εκλογές αλλά και μετά από κάθε άλλη περίπτωση παραίτησης της Κυβέρνησης ή αποδοκιμασίας στη Βουλή. Αν αποτύχουν όλες οι διερευνητικές εντολές, ο ΠτΔ καλεί όλους τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή σε μια τελευταία προσπάθεια για το σχηματισμό της Κυβέρνησης. Αν και αυτή η προσπάθεια αποτύχει, μόνη λύση είναι οι νέες εκλογές χωρίς να μπορεί να «κατασκευαστεί» Κυβέρνηση: οι εκλογές αυτές διεξάγονται από μια ειδική εκλογική Κυβέρνηση που μπορεί να πάρει δύο μορφές:
1. Αν όλα τα κόμματα συμφωνούν σχηματίζουν «οικουμενική» Κυβέρνηση για να γίνουν εκλογές.
2. Αν αυτό δε γίνεται δυνατό, ο ΠτΔ αναθέτει την πρωθυπουργία σ’ έναν ανώτατο δικαστικό που μπορεί να’ ναι ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ή του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που είναι υποχρεωμένος να σχηματίσει Κυβέρνηση της μεγαλύτερης δυνατής αποδοχής. Βέβαια, κάθε φορά θα προκύπτει το πρόβλημα της κατανομής των κρίσιμων υπουργείων. Μόλις διοριστεί πάντως η Κυβέρνηση ο ΠτΔ διαλύει τη Βουλή και προκηρύσσει νέες εκλογές σε 30 ημέρες. [...] [2]

Βιβλιογραφία
[1] Βικιπαίδεια-Αρχή της δεδηλωμένης
[2] «Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΔΕΔΗΛΩΜΕΝΗΣ» ΑΡΘΡΟ 37 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ, ΜΙΧΕΛΙΝΑΚΗ ΔΙΟΝΥΣΙΑ - ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου