Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Ελληνικές κυβερνήσεις και εκλογές...1844-47

Την Ελληνική Επανάσταση και την Περίοδο της «Ελληνικής Πολιτείας» που διήρκεσε μόλις τρία χρόνια 1828-1831, διαδέχτηκε η Περίοδος της Απόλυτης Μοναρχίας του Όθωνα κατά τα έτη 1833-1843. Νέες αναταραχές στο πολιτικό προσκήνιο της Ελλάδος αλλάζουν τη μορφή του πολιτεύματος σε Συνταγματική Μοναρχία επί Όθωνα, στα χρόνια
1844-1862.
Προεπαναστατικά ήταν ανύπαρκτα τα πολιτικά κόμματα, λόγω αδυναμίας συγκρότησής τους. Βέβαια, ήδη από την περίοδο της τουρκοκρατίας λειτουργούσαν μέσα στα πλαίσια της τοπικής αυτοδιοίκησης κάποιες αντιπροσωπευτικές διαδικασίες, όπως η ανάδειξη των τοπικών αρχόντων, κάτι που προσέδωσε στον Έλληνα συνείδηση εθνικής ταυτότητας. Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, λόγω του αγώνα κυρίως για πολιτική συγκρότηση, δημιουργήθηκαν οι συνθήκες και οι αντιλήψεις σχετικά με την προστασία και προβολή των συμφερόντων ατόμων και κοινωνικών ομάδων, καθώς και με την οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους και των θεσμών.Τα πολιτικά κόμματα εμφανίζονται στην Ελλάδα κατά τo 1824 και είναι φανερή η επίδραση που άσκησαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής τόσο στην διαδικασία δημιουργίας τους και στους στόχους τους όσο και στην ονομασία τους.
Τα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παγιώνονται οι πολιτικοί σχηματισμοί που έμειναν ευρύτερα γνωστοί ως αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα ή αλλιώς Ναπαίοι (από το όνομα κάποιου που λεγόταν Nάπας και υπήρξε ένθερμος και γνωστός υποστηρικτής του Kαποδίστρια). Οι τρεις αυτοί κομματικοί σχηματισμοί ιδρύθηκαν στη διάρκεια της Επανάστασης και επιβίωσαν έως τα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1856). Δεν ήταν κόμματα αρχών, αλλά μάλλον πολιτικές ομάδες που συσπειρώνονταν γύρω από το πρόσωπο ενός αρχηγού ή μιας μικρής ηγετικής ομάδας. Ταυτόχρονα, καθένα από τα κόμματα αυτά υποστηριζόταν από μια εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (Aγγλία, Γαλλία και Ρωσία αντίστοιχα), γεγονός που ευθύνεται για τα ονόματα με τα οποία έμειναν τελικά γνωστά. Το γαλλικό κόμμα συσπειρωνόταν γύρω από τη χαρισματική προσωπικότητα του Ι. Κωλέττη. Στους Ναπαίους, ηγετικές φυσιογνωμίες υπήρξαν ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο A. Μεταξάς. Σε αντίθεση με τα λεγόμενα συνταγματικά κόμματα, το γαλλικό και το αγγλικό, που ήταν στην αντιπολίτευση κατά την πρώτη οθωνική δεκαετία (1833-43) με βασική τους διεκδίκηση την παραχώρηση συντάγματος, οι Ναπαίοι έριξαν το βάρος τους στην "προάσπιση της Ορθοδοξίας", γεγονός που τους προσέδωσε μεγαλύτερο λαϊκό έρεισμα. Πίστευαν ότι το πολίτευμα θα έπρεπε να έχει τη μορφή μιας ισχυρής συγκεντρωτικής μοναρχίας, χωρίς Σύνταγμα, κατά τα πρότυπα του ρωσικού τσαρικού καθεστώτος. Το αγγλικό κόμμα τέλος στερούνταν τοπικών ερεισμάτων στις επαρχίες και η δύναμή του εντοπίζεται σε ένα στενό κύκλο εγγράμματων και εξοικειωμένων σε ζητήματα διοίκησης προσωπικοτήτων, που έθεταν το αίτημα του θεσμικού εκσυγχρονισμού της δημόσιας ζωής και συγκεντρώνονταν γύρω από τον Αλ. Mαυροκορδάτο.
Όμως, αργότερα η απουσία Συντάγματος και η έλλειψη εκλογικών διαδικασιών οδήγησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Η επανάσταση κατέληξε στην ψήφιση του συντάγματος του 1844 που, εκτός των άλλων ρυθμίσεων που εισήγαγε, κατοχύρωνε το δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας για όλους τους άντρες, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ταυτόχρονα, οριζόταν και η εκλογική διαδικασία. Το εκλογικό σύστημα είναι η σπουδαιότερη όψη του ουσιαστικού νόμου που ,τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν καθορίζεται και δεν περιλαμβάνεται στο Σύνταγμα. Με τον όρο εκλογικό σύστημα εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο οι ψήφοι των εκλογέων προς τους ανεξάρτητους υποψήφιους βουλευτές αρχικά και αργότερα προς τα κόμματα μετατρέπονται σε έδρες στο κοινοβούλιο.
Όθων και Αμαλία, 1859

Υποτυπώδες κοινοβουλευτικό σύστημα είναι η πρώτη μορφή κοινοβουλευτικού συστήματος κατά το οποίο η κυβέρνηση αναδεικνύεται από το μονάρχη και διατηρείται στην εξουσία εξαρτώμενη από αυτόν ελεγχόμενη όμως από το κοινοβούλιο.
Το υποτυπώδες κοινοβουλευτικό σύστημα αποτελεί την πρώτη μορφή κοινοβουλευτισμού που εμφανίζεται στην Ελλάδα. Η αφετηρία του βρίσκεται στο 1844 με την θέσπιση και την ίδρυση του πρώτου ελληνικού κοινοβουλίου και της Γερουσίας. Το υποτυπώδες κοινοβουλευτικό σύστημα αυτής της περιόδου σχετίζεται αποκλειστικά με την αρχή του ελέγχου, το κοινοβούλιο δηλαδή δεν έχει καμία αρμοδιότητα ως προς την ανάδειξη ή τη διατήρηση της κυβέρνησης παρά μόνο ευθύνεται για τον έλεγχο της κατά τη διάρκεια της θητείας της. Η ανάδειξη της κυβέρνησης εξαρτάται από τη βούληση του μονάρχη και την εμπιστοσύνη αυτού καλείται να κερδίσει για να παραμείνει στην εξουσία. Ο μονάρχης εξακολουθεί να είναι ο αρχηγός του κράτους και το πολίτευμα παραμένει μοναρχικό, αν και σ’αυτό προστίθεται ο συνταγματικός χαρακτήρας. Κατά την περίοδο 1844-1864 παρατηρείται μια προσπάθεια εξισορρόπησης της εξουσίας του μονάρχη και της Βουλής, αν και ο πρώτος κατέχει ακόμη μια θέση υπεροχής. Το υποτυπώδες κοινοβουλευτικό σύστημα δεν αποτελεί επομένως κυβερνητικό σύστημα.
Οι παρατυπίες στην εκλογική διαδικασία, η άσκηση βίας και η νόθευση των αποτελεσμάτων χαρακτηρίζουν λιγότερο ή περισσότερο έντονα κάθε φορά τις εκλογές κατά το 19ο αιώνα. Από τις πλέον χαρακτηριστικές είναι οι εκλογές του 1844. Η ιδιαιτερότητα των εκλογών αυτών πέρα από το ότι ήταν οι πρώτες έγκειται στο γεγονός ότι η "γαλλορωσική" αντιπολίτευση, υπό την ηγεσία του Ι. Kωλέττη και του Α. Μεταξά, επέδειξε μεγαλύτερη έφεση στη νόθευση των εκλογικών αποτελεσμάτων από την υπηρεσιακή κυβέρνηση του Aλ. Μαυροκορδάτου.

Παρακάτω παρουσιάζεται η ιστορία της περιόδου 1844-1847 αντλώντας στοιχεία από  ιστορικά παραθέματα και αξιοποιώντας την σχετική βιβλιογραφία. Το θέμα έχει εξετασθεί με τη χρήση αξιόλογων πηγών πάνω στο αντικείμενο το οποίο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
-*-
" [...] Στα ελληνικά Συντάγματα που προέκυπταν από τις Εθνοσυνελεύσεις, γινόταν αναφορά στη μορφή που θα είχαν τα εκλογικά συστήματα τις πρώτες περιόδους «ζωής» του νεοσύστατου ελληνικού κράτους...
...Στις πρώτες αυτές μορφές των ελληνικών εκλογικών συστημάτων, σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζαν οι έως τότε τοπικές αρχές. Από τις πρώτες προσπάθειες για ρύθμιση του τρόπου πραγματοποίησης των εκλογών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος, ο καθορισμός του εκλογικού συστήματος ανατίθεται καταρχήν στον κοινό νομοθέτη, ο οποίος, κατά την επαναστατική περίοδο ήταν η «Διοίκηση»...
...Ο εκλογικός νόμος ΙΖ` της 9.11.1822, ο οποίος αποτέλεσε τον πρώτο εκλογικό νόμο του ελληνικού κράτους, καθιέρωσε ένα εντελώς ασαφές σύστημα έμμεσης εκλογής, με βάση το οποίο συγκροτήθηκε η Β` Εθνική Συνέλευση του Άστρους.
Ο νόμος ΙΖ` ίσχυσε θεωρητικά έως το 1829, αν και στην πράξη ήταν αδύνατη η κανονική διεξαγωγή εκλογών υπό τις συνθήκες της επαναστατικής περιόδου, λόγω και της εμβρυακής κρατικής οργάνωσης της Ελλάδας την περίοδο εκείνη. Η «Οδηγία» που εξέδωσε ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας στις 4.3.1829, ρύθμισε λεπτομερέστερα και σαφέστερα την εκλογική διαδικασία. Συγκεκριμένα, η εκλογή θα ήταν έμμεση, σε δύο βαθμούς, με σχετική πλειοψηφία και προκαθορισμένο κατάλογο υποψηφίων.
Με βάση τον εκλογικό νόμο του ΙΖ`, με τις ρυθμίσεις της «Οδηγίας», εκλέχθηκαν οι αντιπρόσωποι της Δ` και Ε` Εθνικής Συνέλευσης, το 1829 και το 1831 αντίστοιχα. Το ίδιο νομοθέτημα εφαρμόσθηκε και στις εκλογές του πρώτου αντιπροσωπευτικού σώματος της μετεπαναστατικής περιόδου, δηλαδή της Α` Εθνικής Συνέλευσης της 3.9.1843.
Το Σύνταγμα του 1844 αποτέλεσε κατάκτηση του ελληνικού στρατού, του οποίου τμήματα, με την υποστήριξη του λαού των Αθηνών, εξανάγκασαν τον Όθωνα να συναινέσει στη θέσπιση Συντάγματος με την «Επανάσταση» της 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Στις 8 Νοεμβρίου 1843 συνήλθε η «της Γ` Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις», η οποία στις 18 Μαρτίου 1844 ψήφισε το Σύνταγμα του 1844, το οποίο καθιέρωσε το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας. Το Σύνταγμα του 1844 αναφερόταν στο εκλογικό σύστημα με το άρθρο 59, σύμφωνα με το οποίο «η Βουλή σύγκειται εκ Βουλευτών, εκλεγομένων υπό των εχόντων δικαίωμα προς τούτο πολιτών, κατά τον περί εκλογής Νόμον» και το άρθρο 60, το οποίο συμπλήρωνε ότι «οι Βουλευταί αντιπροσωπεύουσι το Έθνος και όχι μόνον την Επαρχίαν υπό της οποίας εκλέγονται».
Ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε το 1844 (ΦΕΚ 7/25.3.1844) άλλαξε το έως τότε εκλογικό «σύστημα» της έμμεσης εκλογής και καθιέρωσε το πλειοψηφικό και μάλιστα με απόλυτη πλειοψηφία σε περισσότερους του ενός γύρους. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του εκλογικού νόμου «οι Βουλευταί εκλέγονται κατ` απόλυτον πλειοψηφίαν των πραγματικώς ψηφοφορησάντων. Εάν μετά την πρώτην ψηφοφορίαν δεν αναδειχθώσι όλοι οι βουλευταί ή μέρος αυτών εν απολύτω πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία επί διπλασίων του ζητουμένου αριθμού των βουλευτών ονομάτων, λαμβανομένων εκ των λαβόντων κατά την προλαβούσαν ψηφοφορίαν την πλειοψηφίαν σχετικώς, μέχρις ου αναδειχθώσιν όλοι οι βουλευταί εν απολύτω πλειοψηφία».
Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι το Σύνταγμα του 1844, μέσω του άρθρου του 66, αναθέτει στην ίδια τη Βουλή την άσκηση αρμοδιοτήτων Εκλογοδικείου. Συγκεκριμένα το άρθρο 66 ανέφερε ότι «Η Βουλή εξετάζει τα πληρεξούσια των Βουλευτών και αποφασίζει περί των αναφυομένων αμφισβητήσεων»." [1]
-*-
Οι πρώτες εκλογές στην Αθήνα του 1844
 "Την 8 Νοεμβρίου 1843 συνήλθεν η «της Γ΄ Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσιν». Ο Όθων, κηρύσσων την έναρξιν των εργασιών αυτής, διεδήλωσε την αντίληψιν ότι το καταρτισθησόμενον Σύνταγμα έπρεπε να είναι προϊόν συμφωνίας μεταξύ αυτού και των αντιπροσώπων του λαού: «Σχεδιάζοντες το Σύνταγμα της κοινής ημών πατρίδος, έλεγεν ο ΌΘων, ας μη φειδωλευθώμεν περί τας προς αλλήλους παραχωρήσεις... Ας συνομολογήσωμεν προς άλληλους συνθήκην, της οποίας η σκοπιμότης να φέρη τα εχέγγυα της διανομής αυτής και διαρκείας». Εξ’ άλλου, οιονεί απολογούμενος, εβεβαίωνεν ότι είχον ήδη τεθή «διάφοροι ελεύθεροι θεσμοί, σκοπόν έχοντες να προπαρασκευάσωσι την εισαγωγήν του τελειωτικού Συντάγματος». Η Συνέλευσις, απαντώσα εις τον λόγον του θρόνου, απεδέχθη την αντίληψιν περί του Συντάγματος ως συνθήκης «μεταξύ Έθνους και βασιλέως, μελλούσης να καθιερώση αμετασαλεύτως των Ελλήνων τα δικαιώματα και του Θρόνου τα προνόμια», υπέμνησε δε αφ’ ενός μεν ότι «το Έθνος, καθ’ όλην την διάρκειαν του ιερού υπέρ της ανεξαρτησίας του αγώνος καθιέρωσεν επανειλημμένως εις τας πράξεις των Συνελεύσεών του τας εθνωφελείς αρχάς και εγγυήσεις του συνταγματικού πολιτεύματος», και αφ’ ετέρου ότι «η ενέργεια των από της καθιδρύσεως της βασιλείας ελευθέρων διατάξεων... εκινδύνευε να χαλαρωθή ένεκα λυπηρών περιστάσεων» και ότι «μόνον το συνταγματικόν πολίτευμα θέλει δώσει ζωήν και μονιμότητα εις αυτάς». Αι παράγραφοι αυταί προσετέθησαν μετά ζωηράν συζήτησιν, καθ’ ην ετονίσθη όιτ «το συνταχθησόμενον πολίτευμα εκπηγάζει από κεκτημένον ηθικόν δικαίωμα καί δεν είναι εξ’ εκείνων, τα οποία χορηγούσιν οι ηγεμόνες των λαών και έχουν δικαίωμα επομένως να ανακαλέσωσι» (Πρακτικά, σ. 73). ... 
Το Σύνταγμα του 1844 συνετάγη κατά το πλείστον επί τη βάσει του Γαλλικού Συντάγματος (Charte) της 14 Αυγούστου 1830 και του Βελγικού της 7 Φεβρουαρίου 1831, χωρίς να μεταφέρη και την περί λαϊκής κυριαρχίας διάταξιν του τελευταίου τούτου. Δεν περιέλαβεν εξ’ άλλου διατάξεις περί αναθεωρήσεως, ούτως ώστε οιαδήποτε μεταβολή δεν ήτο δυνατή άνευ συμπράξεως του βασιλέως." [2]
-*-
"Η παραχώρηση Συντάγματος δε μετέβαλε την πολιτική ζωή. Η συνεργασία των τριών κομμάτων εν όψει της αλλαγής του 1843 διαλύθηκε αμέσως μετά την επιτυχία. Οι πρώτες εκλογές που ακολούθησαν κράτησαν τρεις μήνες κατά τους οποίους η Ελλάδα έγινε λεία των οπλισμένων συμμοριών του Κωλέττη, που έβαλε σ’ ενέργεια όλα τα μέσα για να συντρίψει τον αντίπαλο και να εξασφαλίσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Συνταγματικός, όταν ήταν στην αντιπολίτευση, ο Κωλέττης δείχτηκε υπερβολικά συγκεντρωτικός όταν πήρε την εξουσία κι ενθάρρυνε τις επεμβάσεις του στέμματος στην πολιτική ζωή. Η πραγματική εσωτερική πολιτική του συνίστατο στη «διάθεση των κρατικών εσόδων για λογαριασμό των φίλων του», χωρίς κανένα σοβαρό μέτρο για τη διοργάνωση και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Η «Μεγάλη Ιδέα» τού έδινε το πρόσχημα. Η μόνη θεραπεία στις δυστυχίες της Ελλάδας, έλεγε, ήταν η εδαφική εξάπλωση του βασίλειου, ο δρόμος προς την Κωνσταντινούπολη και η κυριαρχία στην Ανατολή. Με τέτοια πολιτική ο Κωλέττης εμφανίζεται στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας ως ο τύπος του τυχοδιώκτη πολιτικού, που εισήγαγε όσο κανείς άλλος τη διαφθορά στην άσκηση της εξουσίας. Στην πραγματικότητα το Σύνταγμα καταργήθηκε."[3]
-*-
"Ειδικότερα, η μεγαλύτερη πολιτική σύγκρουση στις τρεις πρώτες δεκαετίες της μεταπελευθερωτικής περιόδου γινόταν ανάμεσα στις συγκεντρωτικές προσπάθειες της μοναρχίας και τις κεντρόφυγες τάσεις των διαφόρων ντόπιων ολιγαρχιών που προσπαθούσαν να διατηρήσουν το είδος της αυτονομίας που απολάμβαναν στα χρόνια της επανάστασης, τότε που κυριολεκτικά δεν υπήρχε κεντρική κυβέρνηση. Απ' αυτή τη σκοπιά οι «δημοκρατικές επαναστάσεις» του 1844 και του 1862, που περιόρισαν τις εξουσίες του στέμματος και ενίσχυσαν τα πολιτικά κόμματα, δεν μπορούν να θεωρηθούν λαϊκές νίκες. Ήταν απλά και μόνο προσπάθειες των ντόπιων ολιγαρχιών να υπονομεύσουν τις πολυαρχικές τάσεις της βαυαρικής μοναρχίας. Όπως και στη σύγκρουση στέμματος-αριστοκρατίας στην Ευρώπη, οι έλληνες κοτσαμπάσηδες, όταν πια συνειδητοποίησαν πως η κρατική επέκταση ήταν αναπόφευκτη, προσπάθησαν ν' αντισταθμίσουν την απώλεια της τοπικής τους αυτονομίας ελέγχοντας το κράτος από μέσα..."[4]
Ιωάννης Κωλέττης ο πρώτος
συνταγματικός πρωθυπουργός της Ελλάδας
 -*-
«Ο Εκλογικός Νόμος καθιέρωνε την εκλογή των βουλευτών με πλειοψηφικό σύστημα δυο γύρων1, που θα διεξαγόταν με άμεση, σχεδόν καθολική, και μυστική ψηφοφορία. Δικαίωμα ψήφου δινόταν στους πολίτες (άρρενες) ηλικίας 25 ετών συμπληρωμένων3, «έχοντας προσέτι ιδιοκτησίαν τινά εντός της επαρχίας, όπου έχουσι την πολιτικήν διαμονήν των, ή εξασκούντας εν αυτή οποιονδήποτε επάγγελμα, ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Εξαιρούνταν: «α) Οι διατελούντες υπό ανάκρισιν επί κακουργήματι, β) Οι προσκαίρως ή δια παντός στερηθέντες κατά συνέπειαν δικαστικής αποφάσεως του δικαιώματος του ψηφοφορείν, γ) Οι στερούμενοι της ελευθέρας διαχειρίσεως της περιουσίας των.»[5]
-*-
 «Δεν έφτανε η βία και η νοθεία. Ο Κωλέτης δεν δίστασε να αποκλείσει από τη Βουλή σαράντα και πλέον εκλεγμένους βουλευτές του Μαυροκορδάτου αλλά και τον ίδιο που είχε εκλεγεί σε... τέσσερις περιφέρειες... Οι κενές έδρες καλύφθηκαν από τους αποτυχόντες υποψηφίους του Κωλέτη».[6]
-*-
"Προέκειτο να κυρωθώσι φιλικαί εκλογαί; Ευθύς και αι δεινότατοι παραβιάσεις παρεσιωπώντο ή εχαρακτηρίζοντο επουσιώδεις παρατυπίαι: και η μεν βία, η στάσις αυτή, απεκαλούντο δικαία άμυνα, η δε αδικία, ακολασία, το ψεύδος, δικαιοσύνη, μετριότης, αλήθεια. Και αυταί αι λέξεις ήλλαξαν σημασίαν: η μεν παραβίασις των καλπών ωνομάσθη συστολή των σανίδων, αι δε σαπουνοκασέλαι και τα σακκούλια κάλπαι, η λύμανσις των σφραγίδων τυχαία σύντριψις, οι συμβολαιογράφοι επί της ψηφοφορίας επιτροπαί και οι απόβλητοι του λαού εκλεκτοί αυτού... Ο νόμος νυν μεν έπρεπε να κοιμάται, νυν δε ν' αγρυπνεί, ποτέ μεν να ερμηνεύεται κατά γράμμα, ποτέ δε κατ' έννοιαν και άλλοτε να διαστρέφονται και αι σαφέσταται, αι καθαρότατοι, αι ρητόταται διατάξεις. Οποία πολιτική και ηθική ασέλγεια!" [7]
 -*-
  "Υποστηρίχτηκε [...] ότι η μη ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού, στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας, δεν οφειλόταν στο "πλημμελές" των διατάξεων του Συντάγματος ούτε στην έλλειψη κανόνων που διευκόλυναν την καθιέρωση σταθερών κοινοβουλευτικών αρχών, αλλά στην μη εφαρμογή του από τον Όθωνα και στις εσκεμμένες παραβιάσεις του. Πράγματι, έχοντας αποδεχθεί καταναγκαστικά την εγκαθίδρυση συνταγματικού πολιτεύματος ο ξενόφερτος μονάρχης δεν διακατεχόταν από την παραμικρά διάθεση να το εφαρμόσει. Αναμίχθηκε σε έργα διοικητικά, παρενέβαινε στις βουλευτικές εκλογές και κατέβαλε κάθε προσπάθεια να συγκεντρώσει όλο και περισσότερη εξουσία. Παράλληλα περιφρόνησε τον εκλογικό νόμο του 1844 και δεν επέτρεψε τη διενέργεια ελεύθερων εκλογών νοθεύοντάς τες συστηματικά σε όλες τις φάσεις της σχετικής διαδικασίας. Χαρακτηριστικές υπήρξαν οι καταγγελίες του Μιχ. Σχινά στη Βουλή σε βάρος της γαλλόφιλης (και υποστηριζόμενης από τον Όθωνα) κυβέρνησης Κωλέττη, την επομένη της διεξαγωγής των εκλογών το 1847: "Μέσα διπλά, τριπλά, τετραπλά, παραπείσεων, απειλών, υποσχέσεων ετίθεντο εν χρήσει ίνα συλλέξωσι την διεσπαρμένην και απολωλώσαν πλειοψηφίαν [...]". [8] 
 -*-
"Το 1847 στις εκλογές που διάρκεσαν δύο μήνες περίπου, η διοίκηση πλαστογράφησε εκλογικούς καταλόγους και χρησιμοποίησε σκανδαλώδη μέτρα επηρεασμού των εκλογέων. Το 1844 ήδη, ο Κωλέττης είχε κατορθώσει στη διαδικασία ελέγχου των εκλογών να ακυρώσει σημαντικό μέρος των εδρών της αντιπολίτευσης μη αρεστοί καθηγητές του πανεπιστημίου απολύθηκαν. Ευχαριστημένη η βασίλισσα Αμαλία σημείωνε για τον Κωλέττη: «δεν μπορεί να παραπονεθεί κανείς ότι είναι πολύ συνταγματικός, πολύ φιλελεύθερος». Ο Κωλέττης φρόντιζε τους οπαδούς του μέσω της πατρωνίας των αξιωμάτων στον κρατικό μηχανισμό: στο στρατό αναλογούσε ένας αξιωματικός σε επτά άνδρες, εβδομήντα στρατηγοί διοικούσαν 10.000 άνδρες! Ανάλογα συμπεριφερόταν ο Κωλέττης και προς το κοινοβούλιο: το 1846/1847 κατείχε ο ίδιος πέντε από τα επτά υπουργεία, δεν εμφανίστηκε όμως σε καμία από τις δέκα συνεδριάσεις της βουλής, καθιστώντας έτσι αδύνατο τον αποτελεσματικό κοινοβουλευτικό έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας με τη στήριξη του Όθωνα ο Κωλέττης βρέθηκε αντίθετος σε κάθε προσπάθεια της βουλής ή της γερουσίας να επηρεάσουν το σχηματισμό της κυβέρνησης. Και όταν δεν έμενε άλλο μέσο, τότε οι βουλευτές του αποχωρούσαν από την αίθουσα, για να μην μπορεί η βουλή να αποφασίσει." [9]
-*-
Οι Ελληνικές κυβερνήσεις που προέκυψαν την περίοδο 1844-1847 είναι οι παρακάτω:
Ο Ανδρέας Μεταξάς,
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο
"1. Η Κυβέρνηση Ανδρ. Μεταξά
Το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ο Όθωνας έπαυσε τους υπουργούς της απόλυτης μοναρχίας και διόρισε νέα κυβέρνηση, αφού υπέγραψε το διάταγμα για τη σύγκληση εθνοσυνέλευσης προκειμένου να καταρτιστεί το Σύνταγμα. Η πρώτη, μετά την επανάσταση του 1843, κυβέρνηση ήταν του Ανδρ. Μεταξά αρχηγού του "ρωσικού κόμματος". Η κυβέρνηση, που είχε επαναστατικό-μεταβατικό χαρακτήρα, ήταν 7μελής με εκπροσώπηση και από τα τρία κόμματα σε ίση αναλογία. Επρόκειτο δηλαδή-κατά τη σύγχρονη ορολογία-για κυβέρνηση οικουμενική. Είναι η πρώτη ελληνική κυβέρνηση, που δεν προήλθε από τη θέληση του Όθωνα, αλλά διορίστηκε από το μονάρχη, αφού είχε επιβληθεί η επανάσταση, μετά από "πρόταση" του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στις 25 Οκτωβρίου 1843, μετά από πρόταση του υπουργικού συμβουλίου, στην κυβέρνηση εισήλθαν και οι αρχηγοί των δυο άλλων κομμάτων, ο Ι. Κωλέττης του γαλλικού και ο Αλ. Μαυροκορδάτος του αγγλικού. Η κυβέρνηση είχε μεταβατικό χαρακτήρα και συγκεκριμένη αποστολή, τη σύγκληση εθνικής συνέλευσης για την κατάρτιση του Συντάγματος. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1843, προκηρύχτηκαν εκλογές, που διεξήχθησαν την 1η Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου. Η οικουμενική κυβέρνηση του Ανδρ. Μεταξά διατηρήθηκε 6 μήνες, μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου 1844.

Ήδη, πριν από την ανάδειξη της εθνοσυνέλευσης ο οικουμενικός χαρακτήρας της κυβέρνησης, της εξασφάλιζε γενικότερη αποδοχή. Η πρώτη αυτή ελληνική κυβέρνηση διέθετε επομένως την εμπιστοσύνη της εθνοσυνέλευσης, που αναδείχτηκε από τις εκλογές του 1843. Ιδιαίτερη όμως σημασία για τις σχέσεις κυβέρνησης και νομοθετικού (με την ευρύτερη έννοια του όρου) σώματος, που άρχισαν να διαμορφώνονται εκείνη την εποχή, έχει η παραίτηση του πρωθυπουργού Ανδ. Μεταξά (12 Φεβρουαρίου 1844). Όπως ο διορισμός του δεν οφειλόταν σε πρωτοβουλία του Όθωνα και η παραίτησή του δεν ήταν αποτέλεσμα διαφωνίας με το βασιλιά. Η παραίτηση του πρωθυπουργού (και του υπουργού Μιχ. Σχινά) αποτέλεσμα και της γενικότερης πολιτικής του αποδυνάμωσης υποβλήθηκε μετά από διαφωνία με την εθνοσυνέλευση, σχετικά με την ισοβιότητα των μελών της γερουσίας. Η παραίτηση αυτή εμφανίζει έντονα κοινοβουλευτικά ίχνη. Για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία, κυβέρνηση απομακρύνεται, επειδή δεν διαθέτει την εμπιστοσύνη του αντιπροσωπευτικού σώματος, μολονότι το Σύνταγμα, το οποίο άλλωστε κατά την παραίτηση του Μεταξά δεν είχε τεθεί ακόμη σε ισχύ, να ορίζει τίποτε σχετικό. Είναι η πρώτη εφαρμογή του κανόνα, ότι η κυβέρνηση για να διατηρηθεί στη βουλή, πρέπει να έχει την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, αλλιώς απομακρύνεται

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης
2. Η Κυβέρνηση Κ. Κανάρη
Αμέσως μετά την παραίτηση του Ανδρ. Μεταξά και μέχρι το σχηματισμό της δεύτερη ελληνικής κυβέρνησης, πρόεδρος του υπουργικού συμβουλίου ανέλαβε ο υπουργός ναυτικών, Κ. Κανάρης. Η κυβέρνηση με τη μορφή αυτή διατηρήθηκε από τις 12 Φεβρουαρίου μέχρι την 30η Μαρτίου. Επρόκειτο για κυβέρνηση επίσης μεταβατικού χαρακτήρα, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι εργασίες της εθνοσυνέλευσης, που δεν είχαν περατωθεί κατά την παραίτηση του Ανδ. Μεταξά. Στη θητεία της κυβέρνησης Κανάρη ψηφίστηκε και τέθηκε σε ισχύ το πρώτο (μετά τα επαναστατικά) ελληνικό Σύνταγμα ψηφίστηκε επίσης από την εθνοσυνέλευση ο εξαιρετικά προοδευτικός για την εποχή του εκλογικός νόμος της 18ης Μαρτίου 1844.

O Αλέξ. Μαυροκορδάτος
3. Η Κυβέρνηση Αλ. Μαυροκορδάτου
Μετά την ψήφιση του Συντάγματος δημιουργήθηκε η ανάγκη σχηματισμού νέας κυβέρνησης, προκειμένου να διεξαχθούν οι πρώτες εκλογές. Κυβέρνηση επρόκειτο να σχηματίσουν οι Αλ. Μαυροκορδάτος και Ι. Κωλέττης, ο οποίος τελικά διαφώνησε. Στις 30 Μαρτίου 1844 κυβέρνηση σχημάτισε ο Αλ. Μαυροκορδάτος. Και η κυβέρνηση αυτή είχε μεταβατικό-υπηρεσιακό χαρακτήρα και βασική αποστολή τη διεξαγωγή εκλογών για την ανάδειξη της βουλής. Αμέσως με την ανάληψη των καθηκόντων του Αλ. Μαυροκορδάτου, δημοσιεύτηκε διάταγμα για την προκήρυξη εκλογών, που διεξήχθησαν από το Μάιο μέχρι τις αρχές Αυγούστου 1844. Προεκλογικά συμμάχησαν το ρωσικό και το γαλλικό κόμμα, που αναδείχτηκε πρώτο κόμμα στις εκλογές που ακολούθησαν. Ο Μαυροκορδάτος βλέποντας την ήττα του, παραιτήθηκε λίγο πριν από την λήξη των εκλογών στις 4 Αυγούστου 1844 μετά από 5 μήνες και 5 ημέρες από το διορισμό του. Ήταν ο μόνος πρωθυπουργός στο διάστημα 1843-1862 που διεξήγαγε εκλογές και τις έχασε.

Και η τρίτη κυβέρνηση εμφανίζει, όπως και πρώτη, έντονα "κοινοβουλευτικά ίχνη". Η κυβέρνηση ηττάται εκλογικά και παραιτείται, ήδη πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας έκδοσης των αποτελεσμάτων, διότι γνωρίζει ότι δεν διαθέτει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Η παραίτηση Μαυροκορδάτου οφείλεται στη σχέση πλειοψηφίας βουλής και κυβέρνησης, που διαμορφώθηκε μετά τις εκλογές. Είναι παραίτηση κοινοβουλευτικού χαρακτήρα. Η ύπαρξη πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο επιβάλλεται ως βασικός κανόνας λειτουργίας του πολιτεύματος.

4. Η Κυβέρνηση Ι. Κωλέττη
Στις 6 Αυγούστου 1844 κυβέρνηση σχημάτισε ο "νικητής των εκλογών" Ι. Κ ω λ έ τ τ η ς. Υπήρξε, μακρόβια κυβέρνηση, η οποία ανασχηματιζόμενη διατηρήθηκε τρία χρόνια, μέχρι το θάνατο του πρωθυπουργού, τον Αύγουστο του 1847. Πρωταρχικό μέλημα του Κωλέττη ήταν η δημιουργία πλειοψηφίας στη νέα βουλή, την οποία κατόρθωσε, όχι μόνο με διάφορες παρεμβάσεις και νοθείες κατά τις εκλογές, αλλά και με την ακύρωση της εκλογής πολλών πληρεξουσίων προσκείμενων στο Μαυροκορδάτο. Η βουλή συνήλθε σε σώμα τον Ιανουάριο του 1845 και εξέλεξε πρώτο πρόεδρο τον Κανέλλο Δεληγιάννη. Στην κυβέρνηση συμμετείχε-με λιγότερα υπουργεία-το "ρωσικό" κόμμα. Ήταν επομένως η πρώτη κυβέρνηση Κωλέττη, κυβέρνηση συνεργασίας.

Τον Ιούλιο του 1845, ο Μεταξάς παραιτείται και διαλύεται ο "γαλλορωσικός συνασπισμός". Το "ρωσικό" κόμμα προσεγγίζει το "αγγλικό" και προσχωρεί στην αντιπολίτευση. Τέλη Μαρτίου 1847 η κυβέρνηση Κωλέττη δεν διέθετε την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο. Το "γεγονός" αυτό, δεν ανησυχούσε ιδιαίτερα τον πρωθυπουργό, ο οποίος έλεγε χαρακτηριστικά ότι, "αν η βουλή έχασε την εμπιστοσύνη της προς εμένα, διατηρώ εγώ την εμπιστοσύνη μου προς τη βουλή". Παρά το ότι ο Κωλέττης κάθε άλλο παρά ενίσχυσε, με την όλη πολιτεία του, τη λειτουργία του κοινοβουλίου και των θεσμών-που τότε είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται-ιδιαίτερα φρόντιζε να εξασφαλίζει την πλειοψηφία και της βουλής και της γερουσίας. Όταν δεν μπορούσε να το κατορθώσει, απείχε από πολλές συνεδριάσεις και δημιουργούσε τεχνητή έλλειψη απαρτίας με την απουσία πληρεξουσίων προσκείμενων στην κυβέρνηση.

Κατά την τρίτη σύνοδο (13.11.1846-8.4.1847) της πρώτης περιόδου, η κυβέρνηση Κωλέττη μειοψήφησε δύο φορές. Τελικά δεν παραιτήθηκε, διαλύθηκε όμως η βουλή και διεξήχθησαν οι εκλογές τον Ιούνιο 1847. Επειδή ακριβώς δεν διέθετε την πλειοψηφία, ο Κωλέττης ζήτησε από τον Όθωνα και επέτυχε τη διάλυση της βουλής. Έτσι εγκαινιάζεται μια πρακτική, ήδη πριν την καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος, που έμελλε να απασχολήσει την Ελλάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η διάλυση της βουλής χρησιμοποιείται υπέρ και χάριν της κυβέρνησης μειοψηφίας (χαριστική διάλυση). Από τα επίσημα αποτελέσματα, νικητής αναδεικνύεται και πάλι ο Κωλέττης. Η νίκη αυτή ενδυναμώνει την προς τον ίδιο εμπιστοσύνη του Όθωνα, αλλά και της Γαλλίας. Ο Κωλέττης "διαθέτοντας την δεδηλωμένη" παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το θάνατό του (31 Αυγούστου 1847) δυο μήνες μετά τις εκλογές. [...] [10]


Βιβλιογραφία:
[1] Σταυρίδης Γεώργιος, Το Εκλογικό Σύστημα όπως Έχει Διαμορφωθεί Μετά την Αναθεώρηση του Άρθρου 54 του Συντάγματος το 2001. [Προπτυχιακή Εργασία]
[2] Α. Σβώλου, Τα Ελληνικά Συντάγματα, σσ. 76-77
[3] Νικ. Σβορώνος, Επισκόπηση Νεοελλ. Ιστορίας.
[4] Ν. Μουζέλη, Νεοελληνική Κοινωνία. Όψεις υποανάπτυξης, Εξάντας 1978, σ. 36-37
[5] Νικηφόρος Διαμαντούρος: ΙΕΕ,ΙΓ',σ. 112.
[6] Γιώργος Ρωμαίος, Η Περιπέτεια του Κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα (1844-2009)
[7] Νικόλαος Δραγούμης: Ιστορικοί Αναμνήσεις, Αθήνα 1973, τ. 2, σ. 93. 
[8] Παύλος Πετρίδης, Πολιτικές δυνάμεις και συνταγματικοί θεσμοί στη νεώτερη Ελλάδα, 1844-1936, (Θεσσαλονίκη, 1984), σσ. 24-25. 
[9] Gunnar Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τ. Α΄, ΜΙΕΤ 2004, σελ.293-294.
[10] Δημητρόπουλος Ανδρέας, Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις 1843-2004
Εικόνες από Βικιπαίδεια
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου