Τετάρτη, 29 Μαΐου 2013

Το πάρσιμο της Πόλης - Μέρος Α΄


Το πάρσιμο της Πόλης.
Φώτης Κόντογλου
Είναι πάντα ευπρόσδεκτο και παρήγορο να εμφανίζονται κείμενα πού δίνουν αφορμή στους 'Έλληνες να ξαναθυμηθούν τις μεγάλες στιγμές της ιστορικής τους διαδρομής. Ιδιαίτερα στην εποχή μας, όπου ή νέα παγκοσμιοποίηση, αναδυόμενη μέσα από καθαρά υλιστικά, εξουσιαστικά και πλουτοκρατικά δράματα, σπρώχνει σε δεύτερη
μοίρα μακραίωνες παραδόσεις πίστης και πνευματικού πολιτισμού.
Το κομψό αυτό τομίδιο, με την πάλλουσα κοντόγλεια περιγραφή τής Άλωσης και την ευαίσθητη εικονογράφηση, υψώνει φωνή αναβαπτίσεως σ' αυτήν τη μνήμη.

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης
Σαν σήμερα πάρθηκε ή Πόλη απ' τον σουλτάν Μεμέτη στο 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ο ήλιος.
Μια τέτοια Ιστορία δε μπορεί να τη γράψη άξια κανένας δεν πιστεύω να βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ας ήτανε κι' ό ίδιος ό Όμηρος, πού τραγούδησε με λόγια σαν κοτρώνια τον φημισμένον εκείνο πόλεμο της Τρωάδας. Κείνη τη μέρα, πού δεν πρέπει να λογαριαστή μηδέ στις μέρες των χρονών, μηδέ στις μέρες των μηνών, παρά να τη σκεπάση σκοτάδι, όπως λέγει ο Ιώβ για τη μέρα που γεννήθηκε, ο φόβος πούπιασε τους ανθρώπους ήτανε τέτοιος, που τρείς και τέσσερες γενιές δε φτάξανε για να συνεφέρουνε. Ακόμα και σήμερα, σα διαβάζει κανένας όσα γράψανε οι ιστορικοί εκείνου του καιρού, είνε στιγμές πού τρέμει στ' αλήθεια, σα να βρίσκεται ο ίδιος μέσα στην Πόλη, κι' ώρα με την ώρα περιμένει να δη τους Τούρκους να σφάζουνε τον κόσμο μπροστά στα μάτια του.
Αναλόγως τα μεγαλεία, πού είδε αυτή η φημισμένη Κωνσταντινούπολη, αναλόγως τα χίλια χρόνια πώξησε, αναλόγως στάθηκε και το ψυχομαχητό της. Όλος ο κόσμος ταράχτηκε στα πειό ξέμακρα μέρη της χριστιανοσύνης ακούστηκε ό βρόντος πώκανε το κορμί της σαν έπεσε άψυχο ανάμεσα ανατολή και δύση. Δε μιλώ σα ρωμιός, μιλώ σαν άνθρωπος για μια από τις πιο σκληρές συμφορές πού πέρασε ή ανθρωπότητα. Θεριό πρέπει νάνε κανένας για να μη δακρύση το μάτι του.
Και ποιος δεν την έκλαψε! Έλληνες, Βενετσάνοι, Γενοβέζοι, Βούλγαροι, Σέρβοι, Ρούσσοι, Πολωνοί, Αρμεναίοι, ακόμα κ' οι ίδιοι οι Τούρκοι, όλοι την κλάψανε, γιατί στα καλά χρόνια της όλοι την καμαρώνανε. Ό άνθρωπος είνε γιομάτος παραξενιές. Χαίρεται και καυχιέται για τα σπουδαία πράγματα, πού μπόρεσε να φτιάση με τόσους κόπους, με το αίμα της καρδιάς του, μα πάλι ο ίδιος, σαν να τον σπρώχνη ο διάολος με τα δικά του τα χέρια πάει και τα χαλά, ρίχνει χάμω το είδωλο πού λάτρεψε, το τσακίζει και το ποδοπατά. Σάμπως και σήμερα, που λέγει πώς τάχα μέρεψε, δε δουλεύει σα μερμήγκι να φτιάξη όμορφα πράγματα, τέχνες, χτίρια, βιβλία, για να τον πιάση άξαφνα μια μέρα ή τρέλλα να τους δώση μια κλωτσιά και να πιάση πάλι από την αρχή! Έχω ακουστά, πως σ' ένα νησί της 'Ινδίας, εκεί δα που οι άνθρωποι ζούνε ειρηνικά και κουβεντιάζουνε γνωστικά, στα καλά καθούμενα τους πιάνει άξαφνα μια μανία και τρέχουνε σα λυσσασμένοι στους δρόμους, σκοτώνοντας όποιον λάχη μπροστά τους.

Ένα τέτοιο πράγμα πιάνει κάθε τόσο και την ανθρωπότητα, γίνεται θηρίο ανήμερο και δαγκώνει τα κρέατα της.
Σαν ένα μπουρίνι, που με μιας μελανιάζει ο ουρανός και γίνεται η μέρα σα νύχτα κι' ακούγονται από μακρυά βροντές κι' αστροπελέκια, και σε λίγο ξεσπά ό δρόλαπας, κι' ό φόβος σφίγγει κάθε καρδιά, από του πουλιού πού κελαϊδούσε πριν από λίγο, ίσαμε του λιονταριού, πούνε καμωμένη απ' ατσάλι, έτσι ξέσπασε απάνω στη γερασμένη την Πόλη ο σίφουνας και την έκανε στάχτη. Μέσα σε 55 μέρες χάθηκε ότι γίνηκε σε χίλια χρόνια.
Αυτός ο θανατερός άνεμος έπιασε να φυσά από τις ερημιές της Ασίας, από τους τόπους πού δε φυτρώνει χορτάρι, σπρώχνοντας κατά δώθε ένα κοπάδι ανθρώπους δίχως σπίτια, δίχως χωράφια, αγρίμια άκαρδα, πού τούχε κάψει ή άπονη φύση με το κρύο, με την πείνα και με τον πόλεμο. Σαν τους λύκους, πού λυσσάνε σαν πέση πολύ χιόνι στα βουνά και τρώνε ο ένας τον άλλον, έτσι πλανιόντανε αυτά τα πλάσματα, ως πού φτάξανε σε τούτα τα σύνορα, που ζούσανε αρχαίες φυλές, άνθρωποι πούχανε σπίτια θεμελιωμένα από χιλιάδες χρόνια, πούχανε και καράβια και κουβαλούσανε από μακρυά κάθε τι, πούνε για την καλοπέραση τ' ανθρώπου.

Το πειό μεγάλο κάστρο, ή Κωνσταντινούπολη, ήτανε χτισμένο απάνω στην ακρογιαλιά, ανάμεσα σε δυό στεριές, γιομάτο σπίτια, μαγαζιά, εκκλησιές, παλάτια, συντριβάνια, όλα από πέτρα και μάρμαρο. Οι άνθρωποι ήτανε ντυμένοι με ρούχα ακριβά, γράφανε και διαβάζανε απάνω στο χαρτί, ξέρανε πράγματα λογής-λογής, τέχνες και ζαναάτια* πολλά. Είχανε πλήθος αγάλματα στεριωμένα απάνω σε κολώνες από χρωματιστά μάρμαρα, εικόνες ζωγραφισμένες απάνω σε σανίδια με μπογιές και με χρυσάφι, καμπάνες κρεμασμένες στα καμπαναριά, πράγματα πού οι Τούρκοι απορούσανε με τι τρόπο τα φτιάνανε. Άλογα τρέχανε χλιμιντρίζοντας μέσα στα μεϊντάνια, κ' οι άνθρωποι περπατούσανε απάνω σε δρόμους πού ήτανε στρωμένοι με πελεκητές πέτρες. Τι κάστρο ήτανε τούτο, γιομάτο από θαυμαστά πράγματα, που μηδέ ο Προφήτης δεν τάχε στον Παράδεισο!
Δίχως να χάσουνε καιρό το ζώσανε, ο σουλτάν Μεμέτης σα φίδι το περιτύλιξε. Τούτοι πούχανε έρθει από την Ασία ήτανε σα λιονταρόπουλα αδάμαστα• είχανε κότσα γερά, το αίμα τους έβραζε σα μούστος. Μα οι άλλοι που ήτανε σφαλισμένοι μέσα στο σαραβαλιασμένο κάστρο, ήτανε ράτσες γερασμένες, κουρασμένες απ' τα πάθια, απ' τα βιβλία κι' από την προσευχή, περήφανοι για το σόι τους, θλιμμένοι για το κατάντημα τους. Ο σουλτάνος έδερνε με το καμουτσί τους στρατιώτες του, τους μαχαίρωνε, τσάκιζε το κεφάλι τους με το χρυσό τοπούζι πού βαστούσε στο χέρι του. Μα ο βασιλέας, που ήτανε σφαλισμένος μέσα στο κάστρο, μιλούσε στους δικούς του σα Χριστός με τ' αγκάθινο στεφάνι οπού τώχε για κορώνα βασιλική. Δε διάταξε τους στρατιώτες του, τους παρακαλούσε με τη θλιμμένη φωνή του, με τα μάτια του, πού ήτανε μελανιασμένα απ' την αγρύπνια.
Οι Τούρκοι ήτανε ως τετρακόσιες χιλιάδες απ' αυτούς οι εκατό ήτανε καβαλλαραίοι. Οι Χριστιανοί, πού σηκώνανε άρματα, μαζευόντανε όλοι όλοι εφτά χιλιάδες, Έλληνες, Βενετσάνοι και Γενοβέζοι.

Η πολιορκία άρχισε στις 5 Απριλίου. Ο σουλτάνος έστησε την τέντα του κοντά στην Καστρόπορτα Καλιγαρία και κούρντισε απάνω της το μεγάλο κανόνι τού Ουρμπάν. Υστερώτερα όμως το κουβάλησε μπροστά στην πόρτα τού Ρωμανού. Για να το γιομίσουνε χρειαζόντανε δύο ώρες σωστές, και για τούτο βαρούσε μονάχα εφτά φορές τη μέρα. Σαράντα ζευγάρια βόδια το τραβούσανε, για να το φέρουνε από την Αδριανούπολη, και για να περάσουνε δύο μερών δρόμο κάνανε δύο μήνες. Τετρακόσοι γενίτσαροι το βαστούσανε για να μη γύρη, διακόσοι από κάθε μεριά. Ο σουλτάνος κράτησε γύρω στην τέντα του δεκαπέντε χιλιάδες γενιτσάρους. Το βουνό πούνε απάνω απ' το Γαλατά, τώπιασε ο Ζαγανό πασάς. Ναύαρχος ήτανε ο Μπαλτάογλους, κ' είχε στον ορισμό του καμμιά τετρακοσαριά καράβια, τα πειό πολλά μαούνες και μικρά μπριγκαντίνια.
Τα καράβια πάλι, πούχανε οι Χριστιανοί, ήτανε τρία γενοβέζικα, ένα γαλλικό, ένα σπανιόλικο, τρία κρητικά και τρείς μεγάλες Βενετσάνικες γαλέρες.
Ίσαμε τις 18 οι Τούρκοι βαρούσανε με το κανόνι και κάνανε ψευτοπόλεμο. Οι γενίτσαροι χυμίζανε σαν ζώα χωρίς να λογαριάζουνε τη ζωή τους, κι' άμα σκοτωνότανε κανένας, πηγαίνανε οι άλλοι και τον παίρνανε στον ώμο τους. Κι' αν σκοτωνόντανε η, λαβωνόντανε και τούτοι, τρέχανε πάλι άλλοι Τούρκοι και τους παίρνανε. Μπορούσε να σκοτωθούνε δέκα, παρά ν' αφήσουνε έναν σκοτωμένον.

Εξόν απ' το μεγάλο κανόνι, οι Τούρκοι είχανε κι' άλλα πολλά μικρότερα, και πλήθος μηχανές, βαλίστρες λεγόμενες, πού σφεντονίζανε βροχή από πέτρες κι από σαΐτες.
Στις 18 ένα κοπάδι Τούρκοι χύθηκε καταπάνω στο κάστρο με τόση βουή και τέτοιο ούρλιασμα, π' ακουγότανε ίσαμε την ανατολή, δώδεκα μίλια μακρυά απ' το στρατόπεδο. Μα δε μπορέσανε να κάνουνε τίποτα. Σκοτωθήκανε μονάχα διακόσιοι Τούρκοι. Κάνανε και μια μεγάλη τέντα από τομάρια άσπρα και κόκκινα, και φυλαγμένοι από τούτη τη σκεπή, σιμώσανε στο κάστρο κι' ανοίξανε λαγούμια μέσα στη γη και φτάξανε από κάτω απ' τα σπίτια. Μα οι Γραικοί ανοίξανε άλλες τρύπες και διώξανε αυτούς τους τυφλοπόντικους. Υστερ' από λίγες μέρες οι Τούρκοι σκαρώσανε πάλι μια μεγάλη και φοβερή μηχανή, πού την είπανε οι παλιοί Ελέπολι. Απ' όξω κι' από μέσα την είχανε καπλαντισμένη με τρία απανωτά βοδοτόμαρα, κι' άπαν' απάνω είχε πύργους κλεισμένους πάλι με τομάρια για να φυλάγωνται οι πολεμιστές, κ' ένα σωρό ρόδες για να την κυλάνε. Σαν την είδανε, άξαφνα το πρωί οι Έλληνες, ειδοποιήσανε το βασιλιά και πήγε με την ακολουθία του να δούνε αυτή την παράξενη μηχανή. Κι' άμα την είδανε, απομείνανε σαν πεθαμένοι. Οι Τούρκοι τη γεμίσανε με ξύλα και με χώματα κι' αφού την κολλήσανε κοντά στο κάστρο, πασχίσανε να βουλώσουνε το χαντάκι, πού βρισκότανε ολοτρόγυρα στο φρούριο και να κατεβάσουνε απάν’ από τους πύργους κάτι γιοφύρια πούχανε έτοιμα και να τα ρίξουνε απάνω στο φρύδι τού κάστρου. Μα οι Χριστιανοί πολεμήσανε με παλληκαριά και γκρεμνίξανε τους Τούρκους μέσα στο χαντάκι. Τις τρύπες, οπού ανοίγανε οι μπάλλες πώριχνε το μεγάλο κανόνι, κάτι κοτρώνες φοβερές από μάρμαρο της Μαύρης Θάλασσας στρογγυλεμένες με το καλέμι, τις βουλώνανε γρήγορα με ξύλα και με βαρέλια γιομάτα χώμα. Σε τούτη τη δουλειά δουλεύανε γυναίκες, παιδιά, παπάδες και δεσποτάδες ακόμα. Καταφέρανε μάλιστα να κάψουνε και τη μεγάλη μηχανή κι' άλλες πειό μικρές. Ο σουλτάν Μεμέτης, σαν την είδε να καίγεται, ορκίσθηκε πως κ’ οι τριανταεφτά χιλιάδες προφήτες να του το λέγανε, πάλι ποτέ δεν θα το πίστευε.

Οι δυστυχισμένοι οι Χριστιανοί πήρανε λιγάκι απάνω τους, πούχε κόψει το αίμα τους. Μέρα νύχτα ακούγανε κείνο τ' άγριο τ' ανθρωπομονάδα να ουρλιάξει κατ' απ' τα τειχιά. Και τούτα δα ήτανε τόσο σαραβαλιασμένα, πού πολλές φορές κρεμνιόντανε μονάχα από το βρόντο του κανονιού. Νύχτες ολάκερες δε σφαλίξανε μάτι. Από τα μικρά παιδιά ως τους γέρους όλοι δουλεύανε, κουβαλούσανε χώματα και πέτρες. Κ' οι καλόγεροι είχανε ζωσθή τ άρματα και βαστούσανε ένα κομμάτι του κάστρου. Στην πόρτα του Ρωμανού έστεκε ό βασιληάς, έχοντας κοντά του το γενοβέζο Γιουστινιάνη, τον αρχιστράτηγο, και τον δον Φραγκίσκο απ' το Τολέδο, μαζί με πεντακόσους διαλεχτούς γενοβέζους. Την πόρτα, τη λεγόμενη Μυρίανδρο, τη βαστούσανε δυό αδέρφια αντρειωμένα, ό Παύλος κι' ό Αντώνης Μπογιάρδοι. Την πόρτα της Καλιγαρίας τη διαφεντεύανε ό Θόδωρος από την Κάρυστο κι ό Γιάννης Γερμανός, ό ένας πρώτος στο δοξάρι κι' ό άλλος στ' αρκεμπούζι. Στην Ξυλόπορτα και στον Πύργο του Ανεμά στεκότανε ο γενοβέζος καπιτάνιος Λεονάρδος Λαγκάσκος. Στην κόρδα του κάστρου, πού κύτταξε κατά το λιμάνι, ήτανε ό ναύαρχος Νοταράς. Ό καπιτάν Γαβριήλ Τριζάτος είχε αραδιασμένα τα καράβια του από την κόχη του κάστρου 'ίσαμε το φάρο κι' ό Ανδρέας Ντίνος φύλαγε με τα δικά του το μπάσιμο του λιμανιού. Ό σπανιόλος Πέτρος Τούλινος βαστούσε το μέρος πούνε απ' το παλάτι του Βουκολέοντα ως το Κοντοσκάλι. Ήτανε κι' άλλοι πολέμαρχοι σ' άλλες μεριές.

Θέλω να συντομέψω τα καθέκαστα, μα δεν ξέρω τι να πω και τι ν' αφήσω. Κατά τη στεριά να κυττάξω, για κατά τη θάλασσα; Στις 20 του Μαγιού, τ' απόγευμα, φανήκανε τέσσερα χριστιανικά καράβια για να δώσουνε βοήθεια. Ερχόντανε πρύμα, μα σα φτάξανε κοντά στην Πόλη, έπεσε με μιας ο αγέρας και καρφωθήκανε στον τόπο. Ο σουλτάνος σαν είδε πώς τον βοηθούσε ο προφήτης, πρόσταξε ευθύς τα καράβια του να κινήσουνε καταπάνω τους. Τα τούρκικα χυμίξανε με τούμπανα και μ' αλαλαγμό φοβερόν, κ' έπιασε πόλεμος, πού φοβηθήκανε ως και τα ξύλα τ' άψυχα. Το κάθε ένα από τα τέσσερα χριστιανικά καράβια πάλευε άλλο με πέντε, άλλο με τριάντα κι' άλλο με σαράντα τούρκικα. Η θάλασσα έπηξε, πώλεγες πώς ήτανε νησί δασωμένο από κατάρτια. Τρείς ώρες ήτανε κολλημένα, δίχως να μπορέσουνε οι Τούρκοι να τα πατήσουνε. Απάνω στα τέσσερα καράβια έπεφτε βροχή από σαγίτες, βροχή από φωτιά, πού σφεντονίζανε οι ζαροβοτάνες. Οι τσάγκρες αμολούσανε στουπιά αναμμένα, δεμένα απάνω σε σαγίτες. Βουτηχτές βουτούσανε αποκοτώ απ' τις καρίνες και πολεμούσανε να τα τρυπήσουνε. Οι Χριστιανοί πάλι αδειάζανε απάνω στους Τούρκους λεβέτια με κατράμι και λυωμένο ξύγκι. Ο καπιτάν Φλικτανέλος κ' οι τρείς αντρειωμένοι σύντροφοι του από τάλλα τρία καράβια, ό Κατανέος, ό Νοβάρας κι' ό Βαλονάρης, πολεμούσανε σαν λιοντάρια. Η θάλασσα είχε γιομίσει απ' τα κοντάρια κι' απ' τις σαγίτες και τα τούρκικα δε μπορούσανε να κουνηθούνε. Πολλά από δαύτα τρακάρανε και βουλιάξανε, άλλα πάλι λαμπαδίσανε και γινήκανε στάχτη. Ο κόσμος είχε μαζευτή και κύτταξε άπαν' από το κάστρο. Ο σουλτάνος άφριζε, φώναξε, σα νάχε χάσει το λογικό του. Στο τέλος, σαν είδε πως θα ξεφεύγανε οι Χριστιανοί, καβαλλίκεψε τάλογό του, το σπιρούνισε και χύμιξε μέσα στη θάλασσα, τραβώντας κατά τα καράβια, κι' από πίσω του πέσανε στο νερό οι πασάδες του. Οι ναύτες, πού δεν ήτανε μακρύτερα από μια πετριά, βλέποντας τον αφέντη τους να πέφτη στο νερό, ωρμήσανε με περισσότερη μανία στη φωτιά, μα αδιαφόρετα. Σε μια στιγμή φύσηξε λίγος αγέρας και τα τέσσερα καράβια περάσανε ανάμεσα στα τούρκικα, μπήκανε στο λιμάνι και το κλείσανε με την αλυσίδα. Μέσα σε τρεις ώρες σκοτωθήκανε απάνω από δώδεκα χιλιάδες, όπως λέγει ό Φραντζής, πράγμα απίστευτο.

Την άλλη μέρα ο σουλτάνος είπε να φέρουνε μπροστά του το Μπαλτάογλου, το ναύαρχο, κι' αφού τον έβρισε, ώρμησε να κόψη το κεφάλι του με το σπαθί του, μα κείνος έπεσε στα πόδια του και τούπε «Αφέντη μου, κύτταξε με τα μάτια σου πώς μονάχα στο καράβι μου απάνω σκοτωθήκανε εκατό δεκαπέντε δούλοι του Προφήτη, κ εγώ δε ξεκόλλησα μηδέ στιγμή από την πρύμη τ' άπιαστου καραβιού. Βουλιάξανε και καήκανε τόσα καράβια και τόσος κόσμος σκοτώθηκε, πού φαίνεται πώς ήτανε θέλημα του Θεού να ξεφύγουνε οι γκιαούρηδες. Ώστε, σε παρακαλώ, πάψε το θυμό σου και συγχώρησε με.» Ο Μεμέτης δεν τον σκότωσε, μα τον έδειρε αλύπητα με το καμουτσί του μπουχέ χρυσό πόμολο και το βαστούσε πάντα στο χέρι του.
Που να ξιστορήση κανένας, ακόμα και με δυό λόγια, το πως πέρασε ό σουλτάνος τα καράβια του μέσα στο λιμάνι, κυλώντας τα απάνω στη στεριά, που την άλειψε με ξύγκι, το πως ο Γιουστινιάνης θέλησε να κάψη τη νύχτα την τούρκικη αρμάδα, μα οι Τούρκοι γκρεμνίσανε ένα κανόνι απάν' από το κάστρο και βουλιάξανε το πυρπολικό, επειδής ήτανε προδομένο το σχέδιο των Χριστιανών. Σαν ξημέρωσε σφάξανε μπροστά στα μάτια των Ελλήνων κατ' από το κάστρο, τα παλληκάρια πούχανε πιασμένα. Μιαν άλλη μέρα οι Ρωμιοί θελήσανε να κάψουνε το γεφύρι, πούχανε ρίξει οι Τούρκοι απάνω στο λιμάνι. Προφτάξανε και κάψανε μονάχα ένα καράβι τούρκικο, γιατί οι Τούρκοι βουλιάξανε με τις πέτρες τα ελληνικά καΐκια. Την άλλη μέρα πάλι σφάξανε όσους πιάσανε από βραδύς. Τότε κ' οι Έλληνες σκοτώσανε απάνω στο κάστρο καμμιά διακοσαριά Τούρκους, πούχανε πιασμένους.
Στις εφτά βδομάδες, έστειλε ο σουλτάνος το γαμπρό του Ισφεντιάρογλου στο βασιλιά Κωνσταντίνο να του πη να πάψουνε τον πόλεμο και να του παραδώση την Πόλη για να μη χυθή άλλο αίμα και για να μη σκλαβωθούνε τόσος λαός. Και πως τον άφηνε να πάρει μαζί του ότι ήθελε και να πάγη να βασιλέψη στο Μοριά, δίχως να τον πειράξη κανένας. Ο Παλαιολόγος όμως δεν το παραδέχτηκε κι' αποφάσισε να σκοτωθώ. «Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν.» 
Συνεχίζεται... 
 
Πηγή
Φώτη Κόντογλου, ΤΟ ΠΑΡΣΙΜΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, Σχέδια εξωφύλλου καί κειμένου: Σταμάτης Μπονάτσος, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ 2003
Related Posts Plugin for   WordPress, Blogger...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου